Ήθη και έθιμα / Culture / Kultur









Αρχική Σελίδα
Τα Νέα του Χωριού
Παλιές Φωτογραφίες
Λαογραφικό Μουσείο
Τα Τραγούδια μας
Άρθρα & Σχόλια
Εκδηλώσεις
Πολιτιστικός Σύλλογος
Αγίου Κοσμά
"Ο ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ"
Σύλλογος Αγιοκοσμιτών
& Φίλων Θεσ/νίκης

Επικοινωνία:
info@tsiraki.gr
                                          


Δραστηριότητες 
του
 Πολιτιστικού Συλλόγου
"Ο ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ"
Τα Τραγούδια μας
Λαογραφικό Μουσείο
Το Γήπεδο
Αποκριάτικα Τραγούδια
Ντοπιολαλιές
Το Χορευτικό μας
Οι Τεχνίτες της πέτρας
Το DVD
Δημοτικά Τραγούδια











Αγιοκοσμίτες Συγγραφείς
Τηλεφωνικός Κατάλογος
Αγίου Κοσμά
Αξιοθέατα του χωριού

















Ήθη και Έθιμα του Χωριού μας

Όπως και σε κάθε περιοχή της Ελλάδας, έτσι και στο χωριό μας, τον Άγιο Κοσμά Γρεβενών, σε όλες τις φάσεις της ζωής των κατοίκων, όπως είναι η γέννηση, ο θάνατος,
ο γάμος, οι γιορτές, τα πανηγύρια,  υπήρχαν οι ιδιαίτερες συνήθειες, ένα ιδιαίτερο τελετουργικό, μία σειρά γεγονότων που έπρεπε να συμβούν, το καθένα ιδιαίτερο γεγονός για την κάθε στιγμή της ζωής τους. Θα δούμε παρακάτω, πως αντιμετώπιζαν τη γέννηση ενός ανθρώπου, το θάνατο, επίσης θα δούμε τη σειρά των γεγονότων από το προξενιό μέχρι το γάμο. Οι μεγάλες θρησκευτικές γιορτές (Χριστούγεννα, Πάσχα κλπ), γιορτάζονται με μεγαλοπρέπεια και θρησκευτική κατάνυξη,  αλλά και οι άλλες γιορτές όπως οι Απόκριες, τα πανηγύρια, γιορτάζονται κι αυτά, με όλο το πάθος που χρειάζεται για ένα καλό ξεφάντωμα, τηρώντας σε όλες τις περιπτώσεις τα ήθη και τα έθιμα, τις συνήθειες που βρήκαν οι παλαιότεροι από τους προγόνους τους. Αξιοσημείωτος είναι και ο εορτασμός των ονομαστικών εορτών, ιδιαίτερα κατά τους χειμερινούς μήνες, που δεν δουλεύανε και το χωριό μας ήταν γεμάτο κόσμο
Σε κάθε τόπο της πατρίδας μας, υπάρχουν ξεχωριστά ήθη και έθιμα, που κρατούν αιώνες τώρα, βγαλμένα είτε από τους πολλούς αγώνες των προγόνων μας στο διάβα των αιώνων, είτε από τον τρόπο διαβίωσής των.


ΤΑ ΑΡΡΑΒΩΝΙΑΣΜΑΤΑ

α) Ο αρραβώνας. 

Ο γάμος παλιά, γινόταν με προξενιό, χωρίς να ερωτηθούν καθόλου οι δύο νέοι. Ότι θα  αποφάσιζαν οι γονείς τους, έπρεπε χωρίς άλλη κουβέντα,  να το σεβαστούν.
Τα αρραβωνιάσματα  γινόταν στο σπίτι της νύφης, με γλέντια και τραγούδια. Οι γονείς των νέων, αλλά και οι υπόλοιποι συγγενείς, έδεναν πάνω σε ένα μπουκέτο από ξηρό βασιλικό, τα σημάδια. Τα σημάδια ήταν κάτι φλουριά και ένα ζευγάρι μάλλινες κάλτσες, τα οποία αλλάζανε μεταζύ τους, την ώρα που θα υποδεχόταν τους γονείς του γαμπρού, οι γονείς της νύφης. Αυτή η αλλαγή των σημαδιών σήμαινε ότι, συμφωνούνε οι γονείς των νέων για τον αρραβώνα. Στη συνέχεια χαιρετιόντουσαν μεταξύ τους, οι συγγενείς, με φιλήματα λέγοντας τις ευχές: στεριωμένα, να μας ζήσουν. 
Τρεις, πέντε ή επτά πυροβολισμοί έπεφταν και διαλαλούσαν στο χωριό το χαρμόσυνο γεγονός, αφού μέχρι εκείνη τη στιγμή όλα γινόταν με μεγάλη μυστικότητα. Κατόπιν, εμφανιζόταν στο δωμάτιο η μέλλουσα νύφη και δώριζε μάλλινες κάλτσες στους άνδρες συγγενείς του γαμπρού και μάλλινα μαντήλια στις γυναίκες.  Αρχίζοντας στη συνέχεια από τον πεθερό, περνούσε από τον καθένα μπροστά, έκανε μια υπόκλιση, τους φιλούσε το χέρι και αυτοί με τη σειρά τους την κερνούσαν χρήματα.
Ο πεθερός, η πεθερά και ο γαμπρός κερνούσαν τη νύφη από μία λίρα χρυσή και ακολουθούσαν τα τραγούδια των αρραβώνων.
 

β) Το κόψιμο της προίκας

Δεν τελείωσαν όμως εδώ, γιατί τώρα άρχιζε  η  πιο σημαντική στιγμή της βραδιάς, αφού τότε θα  έκοβαν τα προικιά.  Εκείνη την ώρα θα συμφωνούσαν  μόνο για ρουχισμό και όχι για περιουσία (ζώα και χωράφια), που αυτό μάλλον θα είχε συμφωνηθεί πριν ξεκινήσουν οι αρραβώνες. Σημείωναν, πόσα ήταν τα κεντήματα, τα μάλλινα τα γιλέκα, τα εγχώρια με τα σιρίτια, τα πουκάμισα, τα φουστάνια, οι στόφες,  οι ποδιές, αλλά και τα μαξιλάρια, οι κάλτσες, που θα έδινε η νύφη στο γαμπρό για την προίκα. Δεν παρέλειπαν δε, μέσα στα προικιά να βάλουν και ένα ζευγάρι τσαρούχια με κόκκινα σχοινιά, που το θεωρούσαν σαν γούρι, για την ευημερία των μελλόνυμφων. Επίσης λέγανε και για τα δώρα που θα έκανε η νύφη στο σόι  του γαμπρού. Στο κόψιμο της προίκας, γινόταν πραγματική μάχη, με το φόβο και την απειλή να χαλάσουν οι αρραβώνες, αν δεν συμφωνούσαν. Γι αυτό τα επόμενα χρόνια, πρώτα γινόταν το κόψιμο της προίκας και μετά οι αρραβώνες, γιατί πολλοί αρραβώνες χάλασαν, που δεν τα βρήκαν στην προίκα. Μετά τη συμφωνία, όπως προανέφερα, ήταν μόνο για σκουτιά, για ρούχα δηλαδή και όχι για χρήματα ή λίρες, ο πατέρας της νύφης δεχόταν το κέρασμα από το γαμπρό, που ήταν μία χρυσή λίρα.      Ο γαμπρός είχε δικαίωμα να επισκεφθεί τη νύφη στο σπίτι της, τρεις μέρες μετά από τους αρραβώνες και πάντα μπροστά ήταν οι γονείς του κοριτσιού. Φοβόταν βλέπετε μη συμβεί το κακό, γιατί έπρεπε η νύφη να είναι απείραχτη μέχρι το γάμο. Όταν δε, ο γαμπρός επισκεπτόταν τη νύφη, η πεθερά του έκανε λαγγίτες (τηγανίτες), μάλιστα συναγωνίζονταν οι πεθερές, ποια θα έκανε τις καλύτερες λαγγίτες στο γαμπρό της. Οι γονείς κανόνιζαν και την ημέρα του γάμου των παιδιών.

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΩΝ ΑΡΡΑΒΩΝΩΝ

Ξύπνα περδικομάτα μου, ν' ήρθα στη γειτονιά σου.
Χρυσή κορδέλα σου 'φερα να πλέξεις τα μαλλιά σου.
Εψές προψές επέρασα από το μαχαλά σου
κι άκουσα που σε μάλωνε η δόλια η μαμά σου.
Αν σου μαλών  'για φαν για πχί,  πέσ' μου να τα πληρώσω
Κι αν σου μαλών'  από 'ρχομαι, πες μου να μη ξανάρθω.
Ρίξε νερό στη πόρτα σου, να διάβω να γλιστρήσω.
Να βρω αφορμή στη μάννα σου, να ρθω να σε φιλήσω.

Κάτω στα δασιά πλατάνια στις κρυόβρυσες,
κάθονταν δυο παλικάρια και μια λυγερή.
Κάθονται και τρων'  και πίναν και την 'ξέταζαν.
-Κόρη μ' τι  σαι τέτοια μαύρη, τέτοια μελανή;
Μήναν ίσκιος σε πατάει, μήναν φάντασμα;
-Ούτε ίσκιος με πατάει, μήτε φάντασμα,
με πατούσε ο Γιαννάκης, το Χατζόπουλο.

Εψές πως δεν κοιμήθηκα και σήμερα νυστάζω,
για δυο ματάκια παρδαλά για δύο φρύδια γραμμένα.
θελ' να τα κλέψω μια βραδιά, μια νύκτα με το φεγγάρι,
να τ' ανεβάσω σε βουνό, ψηλά σε κορφοβούνι. 


Ο ΓΑΜΟΣ

α) Οι Τερζήδες (ραφτάδες)

Δέκα πέντε μέρες πριν γίνει ο γάμος, καλούσαν στο σπίτι της νύφης τερζήδες (ραφτάδες, ειδικούς για κάπες και γιλέκα).  Τα έραβαν και τα κένταγαν  όλα με το χέρι.  Όσο πιο πλούσια  ήταν η νύφη τόσο και πιο νωρίς ερχόταν οι τερζήδες. Οι γονείς της νύφης πήγαιναν σε εμπορικά μαγαζιά για να πάρουν καινούργια ρούχα, να συμπληρώσουν ακόμη τα προικιά της νύφης, με φουστάνια, γιλέκα, ποδιές και άλλα μάλλινα. Τέτοιο εμπορικό ήταν παλιά στο χωριό Καλλονή, αλλά οι τερζήδες (ραφτάδες), ερχόταν από την Ήπειρο, που είχε πολλούς τα χρόνια εκείνα.

 

β) Το κάλεσμα

Από την πέμπτη, παραμονή του γάμου αρχίζει η ετοιμασία. Τα κορίτσια κάνουν  τις κουλούρες για να καλέσουν μ' αυτές τους συγγενείς του γαμπρού και της νύφης.
Τους άλλους χωριανούς θα τους καλέσουν τον κάθε έναν χωριστά, αφού θα περάσουν από όλα τα σπίτια ένα-ένα, με μια τσιότρα (μικρό ξύλινο δοχείο που το κρεμούσαν στον ώμο), γεμάτη κρασί και στολισμένη με βασιλικό και τριαντάφυλλα. Έδιναν στο σπιτονοικοκύρη να πιει, εκείνος έλεγε η ώρα η καλή και ήταν καλεσμένος οικογενειακώς στο γάμο. Τον παπά και το νουνό τους καλούσαν με μπουγάτσες, τους στενούς συγγενείς με κουλούρες. Τον παπά τον νουνό και τους στενούς συγγενείς, τους καλούσαν από την   Πέμπτη το απόγευμα, ενώ  τους άλλους χωριανούς το Σάββατο το πρωί. Την Πέμπτη επίσης έβαζαν ύκνα (μια ουσία για να γυαλίζουν τα μαλλιά).

γ) Τα μπρατίμια και το γλέντι το Σαββατόβραδο

Μια βδομάδα πριν το γάμο, ο γαμπρός διάλεγε ανάμεσα στους φίλους του, τρία άτομα (αν το παιδί θα γινόταν παπάς θα έπρεπε να διαλέξει επτά), τα οποία άτομα θα ήταν υπεύθυνοι, να υπηρετούν το γάμο, να φροντίζουν για όλα. Να προσπαθούν να περάσουν όλοι καλά και να γίνουν όλα τα έθιμα όπως πρέπει.   Αυτά λοιπόν, ήταν τα μπρατίμια. Την Παρασκευή οι μπράτιμοι ή βλάμηδες, πηγαίνουν και βάζουν το (λάβαρο) μπαριάκι  στο σπίτι της νύφης. Το μπαράκι ή φλάμπουρο είναι ένα κόκκινο πανί πάνω σ ένα κοντάρι με σταυρό, από λουλούδια ή χόρτα και τρία μήλα καρφωμένα. Οι μπράτιμοι το στήνουν στη στέγη ενώ ταυτόχρονα πέφτουν και μερικές τουφεκιές.
Το Σάββατο οι μπράτιμοι περιμένουν τα όργανα στην άκρη του χωριού και τα συνοδεύουν χορεύοντας στο σπίτι του γαμβρού. Το Σαββατόβραδο όλοι οι συγγενείς μαζεύονται στο σπίτι του γαμπρού και της νύφης. Ο καθένας με το σόϊ του. Αρχίζουν να πίνουν κρασί με τη σειρά όλοι από την γεμάτη και στολισμένη με τριαντάφυλλα και βασιλικό τσότρα λέγοντας και ευχές. Όταν μαζευτούν όλοι οι συγγενείς, οι μπράτιμοι (βλάμηδες) με το γαμπρό και τα όργανα, πηγαίνουν να φέρουν το νουνό στο σπίτι του γαμπρού λαλώντας και χορεύοντας. Μόλις φθάσουν στο σπίτι στρώνουν τραπέζια χαμηλά και κάθονταν όλοι σε μαξιλάρια μάλλινα σταυροπόδι. Τα μπρατίμια πριν αρχίσει το γλέντι πηγαίνουν με τα όργανα στη βρύση του χωριού να πάρουν νερό να λούσουν τον γαμβρό. Ο γαμπρός δίνει το σύνθημα για φαγοπότι. Το φαγοπότι το συνοδεύουν πάντα αστεία και λογοπαίγνια. Μετά το φαγοπότι, λένε τρία τουλάχιστον τραγούδια και καλούν τους οργανοπαίκτες, που όρθιοι λένε το νουμπέτι. Την όλη διασκέδαση διευθύνουν οι μπράτιμοι και ο νουνός, που φροντίζουν να μη μείνει κανείς παραπονεμένος, σε ένα γλέντι μέχρι αργά το βράδυ.


δ) Κυριακή πρωί 

Την Κυριακή το πρωί, τα μπρατίμια φέρνουν με τα όργανα, τον νουνό στο σπίτι του γαμβρού. Οι συγγενείς του γαμπρού φθάνουν με τα  άλογα, αλλά ακόμη   και με τα μουλάρια, στο σπίτι του γαμπρού. Το ίδιο γίνεται και με το σόι της νύφης. Τα άλογα αλλά και τα μουλάρια τους είναι στολισμένα με κόκκινες βελέντζες.   Με τραγούδια πάντα,  ετοιμάζουν τα άλογα που με τα οποία θα πάνε το γαμπρό, αλλά και τη νύφη στην εκκλησία. Στη συνέχεια η νουνά λούζει το γαμπρό και ο νουνός τον ξυρίζει. Αφού ετοιμαστούνε, ο γαμπρός πηγαίνει πρώτα στην εκκλησία και ασπάζεται τις άγιες εικόνες, συνοδεία του αρχιμπράτιμου. Γυρίζει στο σπίτι και όλοι μαζί ξεκινούν για το σπίτι νύφης. Μπροστά πάει το μπαριάκι που με ταξίματα οι μπράτιμοι έχουν πάρει, μετά ο γαμπρός, ο νουνός, οι συγγενείς και ακολουθούν οι άλλοι. Φθάνουν με τα άλογα  στο σπίτι της νύφης.  Κάνουν τα λεγόμενα τσαλιμάκια (επιδείξεις). Μπαίνουν μέσα στην αυλή της νύφης και φωνάζουν: κρασιά συμπέθεροι
Αρχίζει το κέρασμα και το γλέντι. Ακολουθεί το πλέξιμο, το χτένισμα της νύφης από την νουνά που την έχει βαπτίσει. Τον καθρέπτη τον έχει φέρει ο γαμπρός. Χορεύει πρώτα η νουνά μετά η νύφη και άλλα κορίτσια συγγενικά της νύφης και κατόπιν χορεύουν οι άλλοι καλεσμένοι. Ο νουνός με το γαμπρό και τον παπά πηγαίνουν στο δωμάτιο της νύφης και αλλάζουν τα δακτυλίδια. Μετά το άλλαγμα των δακτυλιδιών, μεσ' το δωμάτιο της νύφης, οι τρεις τους τρώνε, ένα ψάρι μεγάλο, ή γιαούρτι και μπουγάτσα με μέλι. Για να πάρουν τη νύφη για την εκκλησία, τα μπρατίμια πρέπει να της φορέσουν τα παπούτσια. Εκεί γίνεται μεγάλη μάχη. Η νύφη προσποιείται ότι το παπούτσι είναι μεγάλο, αναγκάζοντας τα μπρατίμια να βάζουν μέσα χρήματα, έως ότου καταφέρουν να βάλουν το πόδι της νύφης στο παπούτσι, οπότε  όλα είναι έτοιμα για να πάρουν το δρόμο για την εκκλησία. Ανεβαίνουν στα ζώα. Πρώτα ο γαμπρός, ύστερα ανεβαίνει και η νύφη, αφού πρώτα χαιρετίσει όλο το σόι. Για να ανεβεί πάνω στο άλογο, η νύφη πατάει πάνω σε ένα ταγάρ (ένα ξύλινο δοχείο που χωρά δέκα οκάδες). Το άλογο της νύφης είναι λευκό και του γαμπρού είναι  κόκκινο. Πριν φύγει της δίνουν ένα ποτήρι κρασί, πίνει λίγο και το άλλο το χύνει πίσω της, πετώντας και το ποτήρι μαζί για να σπάσει, ενώ ο γαμπρός πετά κουφέτα, μήλα, πορτοκάλια και άλλα. Το ίδιο κάνει και ο γαμβρός με το ποτήρι και το κρασί. Τέλος ξεκινάνε για την εκκλησία με τραγούδια και πάλι. Ποιο γρήγορα φεύγουν οι σχαριάτες του γαμπρού και ης νύφης.
Ένας καβαλάρης και ένας πεζός με τις τσιότρες πάντοτε γεμάτες κρασί.  Αλλάζουν στο δρόμο τις τσιότρες και ξαναγυρίζουν για να συνεχίσουν μαζί με τους άλλους. Μόλις φθάσει στην εκκλησία η πομπή του γάμου, φέρνουν τρεις  φορές γύρω-γύρω από την εκκλησία και μπροστά στην είσοδο σταματούν. Ο πεθερός κατεβάζει τη νύφη. Η νύφη τότε, πριν κατεβεί χαιρετάει ένα συγγενικό παιδάκι που έχει μάνα και πατέρα και του δωρίζει ένα ζευγάρι κάλτσες και ένα πορτοκάλι ή μήλο, και όλοι τους μαζί, μπαίνουν στο ναό και αρχίζει το μυστήριο.
Τελειώνοντας το μυστήριο μαζεύονται όλοι στην πλατεία του χωριού και αρχίζουν το χορό. Πρώτοι χορεύουν οι βλάμηδες με το μπαριάκι. Μετά αφού στήσουν στη μέση το μπαϊράκι, χορεύει  ο νουνός, η νουνά, οι νιόπαντροι, οι συγγενείς και όλοι οι παρευρισκόμενοι στην τελετή. Η σειρά προτεραιότητας στο χορό έπαιζε μεγάλη σημασία, επίσης έπρεπε να χορέψουν όλοι και να μην παρεξηγηθεί κανένας. Παρεξηγήσεις τέτοιες σε γάμους, κρατούσαν μια ζωή. Στο χορό κάνουν δύο μεγάλους ομόκεντρους κύκλους στο εσωτερικό χορεύουν γυναίκες στο εξωτερικό οι άνδρες. Ο χορός διαρκεί πολλές ώρες για να χορέψουν όλοι οι χωριανοί. Μετά το χορό εκεί στην πλατεία, η νύφη κάνει δώρα στον νουνό στη νουνά και στους στενούς συγγενείς, επακολουθούν χειροφιλήματα, κεράσματα και τέλος ξεκινούν για το σπίτι του γαμπρού. Η πεθερά περιμένει στην πόρτα μ' ένα καρβέλι ψωμί, ένα πιάτο με μέλι και μία τλούπα μαλλί (μία μπάλα μαλλιού που έκαναν την κλωστή στη ρόκα).
Οι νιόπαντροι αφού χαιρετήσουν παίρνουν με το δάκτυλο τους μέλι και προσπαθούν ποιος θα χαράξει τη γραμμή υψηλότερα στο περβάζι της πόρτας. Ύστερα αφού δρασκελίσουν το καρβέλι το μαλλί και το πιάτο με το μέλι, μπαίνουν μέσα και οι δύο μαζί.  Ακολουθεί τραπέζι. Ο νουνός φέρνει ολόκληρο αρνί, το τεμαχίζει και δίνει σ' όλους από ένα μεζέ, ενώ ο χορός και το γλέντι συνεχίζεται ως το πρωί.

ε) Δευτέρα πρωί, τα πστρόφκια

Το πρωί με τα όργανα πάνε τη νύφη στη βρύση του χωριού, να πάρει νερό σ' ένα ειδικό πήλινο ή τσίγκινο λαένι. Γυρίζουν και ο γάμος διαλύεται αφού πρώτα ο γαμβρός
η νύφη οι μπράτιμοι και τα όργανα πάνε στο σπίτι του νουνού. Εκεί διασκεδάζουν για λίγο και πάλι.
Μετά εύχονται στο νουνό:
ψυχικό και με το λάδι
Τη τρίτη μέρα μετά το γάμο, πηγαίνουν οι νιόπαντροι στο σπίτι της νύφης με συντροφιά και τους άλλους συγγενείς. Τρώνε, διασκεδάζουν και τραγουδάνε. Παίρνουν και διάφορα αντικείμενα έτσι για γούστο. Αυτή η επιστροφή στο σπίτι της νύφης λέγεται πστρόφια. Δεν παραλείπει η μάνα της νύφης να ρωτήσει την κόρη της πώς τα πέρασε με το γαμπρό. Μετά τα πστρόφια αρχίζουν να φιλεύουν του νιόπαντρους τ' αδέλφια, οι συγγενείς και οι μπράτιμοι, δίνοντας στη νύφη και ένα αντικείμενο ή μία κότα.  Την πρώτη Κυριακή μετά το γάμο ντυμένη πάλι το νυφικό πηγαίνει πρωί -πρωί στην εκκλησιά με την πρώτη καμπάνα και κάθεται μέχρι να σχολάσει.
Επίσης οι νιόπαντροι συνήθιζαν, την Κυριακή των Βαΐων, να πηγαίνουν να φέρνουν βάγια από το βουνό για την εκκλησία.


ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ

 

Πέντε πλατάνια τα πένα αράδα-αράδα και ένας μοναχός, χαρά στον ίσκιο που 'χει.
Στην καρδούλα του Σταυρόν μαλαματένιο, στα κλωνάρια του ντουφέκια κρεμασμένα
κι' στον ίσκιο του λεβέντης ξαπλωμένος.
Στη ρίζα του ο Γρίβας του δεμένος,
μόνο λιανοπατεί και ψιλοχλιμιτράει:
-Σήκω αφέντη μου και μη βαριά κοιμάσαι, δρόμον έχουμε και ένα βαρύ ποτάμι.
 
Τριγύρω-γύρω άρχοντες στη μέση παλικάρια, στη κόχη κάθεται ο νουνός.
Τρώγουνε και πίνουνε και εύχονται στους κουμπάρους
Να ζήσουν να προκόψουν,
Να ζήσουν χρόνια εκατό και εξάμηνα διακόσια.


(Επιτραπέζιο)
Μέσα σε τούτο τον σοφρά σι τούτο το σουμπέτι
τρεις μαυρομάτες μας κερνούν και τρεις καλές κοπέλες
Η μια κερνά με το γυαλί η άλλη με την κούπα κι ' η τρίτη η μικρότερη με μαστραπά ασημένιο.



ΟΙ ΓΙΟΡΤΕΣ

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ

Από την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, οι γυναίκες ετοιμάζουν τα γλυκά, κυρίως κουραμπιέδες, σαλιάρια, κουλούρια και σαραγλί, το γλυκό που ήταν απαραίτητο σε όλες τις γιορτές.  Επίσης ετοίμαζαν και τα φύλλα για τη βασιλόπιτα, το φλουρί που θα βάζανε μέσα (τις πιο πολλές φορές) ένα εικοσάρικο, εκείνο θυμάστε, το παλιό με το άλογο.
Δεν το λέγανε τότε φλουρί, το λέγανε σακούλα (στη σακούλα είχαν τα λεφτά κρυμμένα στο κόρφο τους, με ένα κορδόνι περασμένο από το λαιμό). Ακόμη ετοίμαζαν και τα υπόλοιπα σημάδια που θα βάζανε στη βασιλόπιτα, φτιαγμένα από κλαδί ιτιάς, ή κάποιου άλλου δέντρου, που ήταν ευλύγιστο και λεπτό.
Τα σημάδια ήταν κάποια σχήματα, πλεγμένα μ αυτά τα κλαδάκια της ιτιάς ή άλλου ευλύγιστου δέντρου που το καθένα ήταν στο σχήμα του διαφορετικό και συμβόλιζαν τα περιουσιακά στοιχεία, το έχ  της κάθε μιας οικογένειας. Το στρόγγυλο συμβόλιζε το σπίτι, το τρίγωνο συμβόλιζε τα πρόβατα, το τετράγωνο τις κότες, το στραβό τα χωράφια.
 

Πέρσ  γυναίκα τ  σακούλα κέρδισις εσύ,  έτσ  κι  έτσ  ήταν.
Για να ιδούμι φέτους π κέρδισι ου αγγουνός.
Ισύ γυναίκα απ  κέρδισις φέτους τς κότις,
κοίτα καλά σκουντί, γιατί θα τς φάν  οι αλπές

Μεγάλη σημασία δίνανε σε ποιόν θα έπεφτε η σακούλα. Όχι ότι θα έκανε κάτι παραπάνω, αλλά απλά για να συγκρίνουν τις προηγούμενες χρονιές, πως θα πάνε στα οικονομικά τους με τη χρονιά που ερχόταν. Την ίδια σημασία έδιναν και για τα άλλα σημάδια με τα περιουσιακά τους στοιχεία.Έτσι λοιπόν, εκτός από τη σακούλα, που κάποιος θα έβρισκε στη βασιλόπιτα, κάποιοι θα έβρισκαν και τα υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία της οικογένειας. Αυτό σήμαινε ότι, ο καθένας τυχερός θα ήταν υπεύθυνος γι αυτό που θα του έπεφτε στο κομμάτι του. Το βράδυ μαζευόταν όλη η οικογένεια σπίτι, τρώγανε όλοι μαζί. Μετά πιάνανε το τραγούδι και η διασκέδαση κρατούσε μέχρι τον ερχομό του νέου έτους τα μεσάνυχτα. Ίσως να ήταν από τις λίγες μέρες που δεν κοιμόταν από νωρίς, με τις κότες που λένε. Με το χάραμα του καινούργιου χρόνου, έβγαιναν όλοι έξω, στους δρόμους, στις γειτονιές. Οι ευχές έδιναν και έπαιρναν: καλή χρουνιά, χρόνια πουλλά. Οι πιτσιρικάδες από σπίτι σε σπίτι έλεγαν τα κόλιντα.
Οι νοικοκυρές περίμεναν τα καλιντρούλια, να τα βάλουν στον τρουβά κάστανα βρασμένα, στραγάλια, σταφίδες και κάποιοι τυχεροί παίρναμε και καμιά δεκάρα.

Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία, κρατά εικόνα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι
 

Το θεωρούσαν καλό να περάσουν τα παιδιά που λέγανε τα κάλαντα, τα πουν δικό τους σπίτι. Παλαιότερα, όπως αναφέρει στο βιβλίο του ο αείμνηστος συγχωριανός μας Αθανάσιος Τόλιος, ίσως μέχρι τη δεκαετία του 1950, άναβαν και φωτιές το πρωί στους δρόμους και στην πλατεία. Στις δεκαετίες 1960 και 1970 δεν αναφέρετε αυτό.
Το μεσημέρι όλη η οικογένεια καθόταν στο πρωτοχρονιάτικο τραπέζι, για να κάψουν τη βασιλόπιτα και να φάνε όλοι μαζί. Ο αρχηγός της οικογένειας, γιατί έτσι ήταν οι οικογένεια τότε, είχε αρχηγό, σταύρωνε τρεις φορές τη βασιλόπιτα, την έκοβε στα κομμάτια που έπρεπε και η νοικοκυρά στη συνέχεια μοίραζε στον καθένα το κομμάτι του, αρχίζοντας πάντα από τον μεγαλύτερο. Τι θα κέρδιζε ο καθένας, το γράφανε συνήθως πίσω από το καινούργιο ημερολόγιο, ή σε κάποιο χαρτί το οποίο φυλάγανε μέχρι την επόμενη πρωτοχρονιά.
Κατά το απόγευμα, ντύνονταν οι άντρες και οι γυναίκες με την καλή τους ενδυμασία και έβγαιναν όλοι στην  πλατεία. Διάλεγαν ανάμεσα τους έναν και τον ντύνανε παπά,  ένα που τον ντύνανε γαμβρό και μια νύφη και έκαναν ψεύτικο γάμο και ακολουθούσε  στη συνέχεια γλέντι τρικούβερτο. Στο τέλος εμφανίζονταν οπλοφόροι σημάδευαν τον γαμβρό και του έριχναν με ψεύτικα βόλια. Αυτός έπεφτε κάτω και η νύφη έσκουζε από πάνω του, ενώ ο παπάς δίπλα την παρηγορούσε.
Στη συνέχεια, αφού ο γαμπρός πέθαινε, γινόταν και η ψεύτικη κηδεία, ενώ όλοι τους κλαίγανε γι αυτό που συνέβη.
Έκλαιγαν, μ αυτόν τον ψεύτικο γάμο και την ψεύτικη κηδεία, για να γελούν όλο τον χρόνο, για να τους πάει καλά η χρονιά.

 

ΤΑ ΦΩΤΑ

Την ημέρα των φώτων, μετά τη Θεία Λειτουργία η οποία  γινόταν στον προστάτη Άγιο του χωριού μας, τον Άγιο Αθανάσιο, πήγαιναν όλοι στη βρύση του χωριού, στο τρανό πηγάδι, για να γίνει ο Αγιασμός των υδάτων. Οι νέοι, στο δρόμο για τη βρύση, κρατούν από μία εικόνα που παίρνουν από την εκκλησία. Αφού γινόταν η κατάδυση στη βρύση, όλοι τους μαζί με τις εικόνες μπροστά, περνάνε από όλα τα σοκάκια του χωριού, μπροστά οι εικόνες, πίσω ο παπάς με τους ψάλτες και πίσω όλοι οι χωριανοί, τελειώνουν αυτήν την περιφορά των εικόνων και πάλι στην εκκλησία. Ένας από κάθε σπίτι, κρατούσε και ένα κακαβούλι (μικρό μεταλλικό δοχείο νερού), για να πάρει λίγο Αγιασμό, να αγιάσει το σπίτι, το μπαξέ, τα ζώα, τις κότες και όλη την οικογένεια. Έξω από την εκκλησία, αφού γύριζαν, κυρίως κάτω στον νάρθηκα, γινόταν κατά κάποιο τρόπο και μία δημοπρασία, μίας εικόνας που κάποιος θα πρόσφερε, η οποία εικόνα απεικόνιζε τη βάφτιση του Χριστού. Η δημοπρασία είναι σωστό πανηγύρι, ο καθένας τους δίνει τις προσφορές του. Από υπερηφάνεια, μερικοί δεν θέλουν να δώσει κάποιος άλλος πιο πολλά. Η κόντρα στη δημοπρασία  καλά κρατεί και για κάποιους, ήταν θέμα γοήτρου και περηφάνιας.

 Πλιότιρις παράδις έχ  ου Μήτρους  απου μένα;

Φυσικά την εικόνα έπαιρνε όποιος έδινε τα περισσότερα χρήματα, τα οποία προσφέρονταν για τις ανάγκες τις εκκλησίας. Το είχε σε καλό κάποιος να πάρει την εικόνα.

 

ΑΠΟΚΡΙΕΣ ΚΑΙ ΚΑΘΑΡΗ ΔΕΥΤΕΡΑ

α) Απόκριες

Τις απόκριες στο χωριό μας έχουμε σωστό πανηγύρι. Διασκέδαση, ξεφάντωμα, σκωπτικά  πειράγματα και ξεγνοιασιά είναι τα κύρια γνωρίσματα των ημερών, πάντα όμως με μέτρο. Οι συνήθειες τηρούνται όλες κατά γράμμα, με ευλάβεια. Προετοιμάζονται από πολλές μέρες πριν.  Οι  άντρες του χωριού κάνουν μία σύσκεψη σε κάποιο σπίτι για να δούνε τι μασκαράδες θα ντυθούν και ποιο θα είναι το καρναβάλι που πρόκειται να παρουσιάσουν τις φετινές αποκριές στο χωριό. Αφού σκεφθούν και αποφασίσουν αρχίζουν όλα όσα είναι απαραίτητα για την μεταμφίεση. Την παραμονή της Αποκριάς οι νέοι, στο μεσοχώρι συγκεντρώνουν πολλά κλαδιά κάνοντας μια μεγάλη θημωνιά. Είναι ο φανός που θα ανάψουν το βράδυ της Αποκριάς. Τα γύρω χωριά συναγωνίζονται ποιο θα κάνει τον ψηλότερο φανό.Το βράδυ της Αποκριάς κτυπά η Καμπάνα εσπερινό και πάνε όλοι στην εκκλησία. Μετά τον εσπερινό αρχίζοντας πρώτα από τον παπά γίνονται τα συγχωρέματα:  

Σχουριμένα μπάρμπα
Άϊντι ρα τσιουφούτκου, σι σχουρνάου κι  ας μ  έκλειβεις τα πιπόνια
 

Ζητά συγχώρεση ο ένας από τον άλλον, συνήθως οι μικρότεροι από τους μεγαλύτερους. Πολλά μεγάλα μίση την μέρα αυτή τελειώνουν. Κατόπιν οι μικρότεροι
πηγαίνουν στα σπίτια των μεγαλυτέρων συγγενών.  Τους φιλούν το χέρι και οι μεγαλύτεροι τους δίνουν παράδες, γλυκίσματα και ένα αυγό. Τρώνε όλοι μαζί οι συγγενείς τραπέζια λογής-λογής φαγητά, πίττες, κρέατα, γιαούρτια και άλλα. Μόλις τελειώσουν το φαγητό θα ντυθούν μασκαράδες και όλοι συγκεντρώνονται στην θημωνιά με τα κλαδιά, στο φανό. Τα μέρη που άναβαν το φανό ήταν το Μεσοχώρι και μερικές φορές έξω από την εκκλησία του Αγίου Αθανασίου. Κάποιοι νεαροί πήγαιναν κρυφά στο διπλανό χωριό, για να κάψουν το φανό το δικό τους. Μερικές φορές το κατόρθωναν, άλλες όχι. Ήταν βλέπετε μεγάλη επιτυχία να κάψεις το φανό ενός χωριού, χωρίς να σε καταλάβουν. Πριν ανάψουν το φανό φώναζαν: ψιλ, ψιλ, μαχαλιώτ και στη συνέχεια τον δίνουν φωτιά, ενώ συγχρόνως αρχίζουντον χορό όλοι μαζί, άνδρες και γυναίκες γύρω από τη φωτιά, τραγουδώντας τα σκωπτικά τραγούδια, τα αποκριάτικα τραγούδια. Πρώτο τραγούδι, που γίνεται και η έναρξη του χορού είναι: Τις τρανές τς Απουκριές.  Αυτός που σέρνει το χορό λέει τους στίχους των τραγουδιών έναν-έναν, δυνατά για να τον ακούνε και οι υπόλοιποι επαναλαμβάνουν το ίδιο δυνατά.
Με τα τραγούδια αυτά, πειράζει ο ένας
τον άλλον. Οι άνδρες πειράζουν τις γυναίκες και οι γυναίκες πειράζουν τους άνδρες. Τα τραγούδια είναι τολμηρά, αλλά κανείς δεν παρεξηγιέται. Το γλέντι και ο χορός κρατάει μέχρι και τα μεσάνυχτα.
Στα αποκριάτικα τραγούδια του χωριού, αν κάποιος τα διαβάσει προσεκτικά, θα δει μία αντιμετώπιση ακραία της ζωής και του έρωτα, λες και κάτι θέλανε να πουν και να το φωνάξουν δυνατά, ίσως κάποιος έπρεπε να τα ακούσει, που σε  καμιά άλλη περίπτωση δεν γινόταν να το πουν. Σαν να ήτανε μία σεξουαλική διαπαιδαγώγηση για τα  παιδιά τους, που κι΄ αυτά  τους ακούγανε με πολλή  προσοχή.  
Γι αυτούς τους ανθρώπους του χωριού, που δημιούργησαν την παράδοση, η γιορτή, το τραγούδι, ο χορός, η διασκέδαση είναι τρόπος ζωής, ήταν ανάγκη. Το τραγούδι γίνεται εξάρτημα της τσάπας των γυναικών που δευτέριζαν το καλαμπόκι, εξάρτημα του σφυριού των ανδρών που λάξευαν την πέτρα.

Τι τανε,  τι να τανε;

Κόκκινο φέσι φόραγε, Τουρκαλάς δεν ήτανε.

Σάλια μίξις έβγαζε, σάλιαρους δεν ήτανε.

Σε δυο αυγά καθότανε, κλουσσαριά δεν ήτανε.

β) Καθαρή Δευτέρα

Την Καθαρή Δευτέρα, το γλέντι πρωί-πρωί αρχίζει και πάλι στους δρόμους. Οι μασκαράδες και πάλι  παρελαύνουν στα πιο κεντρικά σημεία του χωριού, λέγοντας και πάλι μερικά από τα αποκριάτικα τραγούδια,  πειράζοντας και πάλι, όποιον θα έβρισκαν στο δρόμο. Χωρίζονταν σε δύο ομάδες και αρχίζανε μεταζύ τους να κάνουν έναν πόλεμο που, λες και ήταν πραγματικός. Το βράδυ όμως όλοι μαζί το ρίχνανε στο πιοτό και στο γλέντι στα καφενεία του χωριού.

 

ΤΟ ΠΑΣΧΑ

α) Το Σαββάτο του Λαζάρου

Είναι η μέρα που αρχίζουν οι διακοπές του Πάσχα για τους μαθητές του σχολείου. Από το πρωί όλα αυτά τα παιδιά του σχολείου αλλά και τα μικρότερα παιδιά, με το καλάθι τους στο χέρι ή τον τροβά τους  στον ώμο, πηγαίνουν από σπίτι σε σπίτι και λένε τα κάλαντα αυτής της μέρας, με τα δικά της τραγούδια. Απ άκρη σ άκρη, σ όλα τα σοκάκια,  σ όλους τους δρόμους, ακούς μόνο  παιδικές φωνές και τραγούδια. Με τα τραγούδια της ημέρας, τα τραγούδια της Λαζαρίνας παντού. Οι νοικοκυρές, που το έχουν σε καλό να περάσουν τα παιδιά από το σπίτι τους, για να τους τραγουδήσουν τη Λαζαρίνα, τους δίνουν παράδες (μία δραχμή, ένα πινηντόλιπτο και κάτι δεκάρες, εκείνες με την τρύπα). Αλλά οι πιο πολλοί, ρίχνουν μέσα στο καλαθούλ καραμέλες (εκείνες τις κόκκινες με τη ζάχαρη), στραγάλια, σταφίδες και αυγά, λέγοντας τα: 

Χρόνια πουλλά κι καλή πρόουδου κι τήρατι να μάθτι καμιά κλούτσα γράμματα,
γιατί άνθρουπους αγράμματους, ξύλου απιλέκιτου.

Κι εκείνα τραγουδούσαν:

Ήρθ  ο Λάζαρος, ήρθαν τα βάϊα, ήρθ  η Κυριακή  που τρών  τα ψάρια.
Σήκω Λάζαρε και μη κοιμάσαι,  ήρθ  η μάνα σου απ  το παζάρι, σου  φερε χαρεί και καλαμάρι.

   

β) Η Μεγάλη Εβδομάδα.
 
Από την Μεγάλη Πέμπτη αρχίζουν οι εντατικές προετοιμασίες για το Πάσχα. 

Τη Μεγάλη Πέμπτη γίνεται και το βάψιμο των αυγών. Από πριν έχουν ετοιμάσει με το κονδύλι τις περδίκες. Το κονδύλι γίνεται από μία κληματόβεργα μάκρους ίσα με είκοσι εκατοστά. Στη μία του άκρη και πάνω στον κόμπο τρυπούν την βέργα και κάνουν μία μικρή λακκούβα, η οποία καταλήγει σε μία μικρή οπή. Στην οπή αυτή βάζουν ένα μικρούτσικο αλλά λίγο πλατύτερο προς τα επάνω τενεκεδένιο σωλήνα. Παλιά έβαζαν τις άκρες από τα κορδόνια που τότε ήταν τενεκεδένια. Τώρα στο επάνω μέρος βάζουν το κερί, θερμαίνουν το κονδύλι με μία λαμπάδα στο σημείο που είναι ο τενεκεδένιος σωλήνας, το κερί λειώνει και στάζει από τη μικρή οπή πάνω στα αυγά και με την κίνηση του κονδυλίου γράφει σ' αυτά ωραία σχήματα ανάλογα με την επιδεξιότητα αυτής που το κρατά. Οι περδίκες είναι καλοδιαλεγμένα αυγά πάνω στα οποία με την βοήθεια του κονδυλίου σχεδιάζουν με το κερί διάφορα σχήματα και λουλούδια.  Όταν μετά τα βάφουν, το μέρος που έπεσε το κερί μένει άσπρο. Παλιά μαζευόταν πολλές γυναίκες μαζί και συζητώντας και λέγοντας κάθε μία τη γνώμη της έκαναν τις πέρδικες. Απαραίτητα οι πέρδικες πρέπει να είναι έτοιμες τη Μ. Πέμπτη, γιατί τη μέρα εκείνη βάφουν τα αυγά. Επίσης τη Μ. Πέμπτη λούζονται όλοι και καθαρίζονται. Παλιά το βάψιμο των αυγών γινόταν μ' ένα ξύλο το μπακάμ. Ήταν κάτι σαν δασύ ανοικτού ροζ χρώματος. Το έβαζαν στο νερό που έβραζε κι έδινε ένα σκούρο κόκκινο χρώμα. Το ξύλο αυτό λένε πως έρχονταν στο παζάρι των Γρεβενών από  τα μέρη της Ιερουσαλήμ. Λένε πως ήταν δύσκολο να ξεχωρίσεις το δέντρο αυτό από άλλα όμοια του, που δεν είχαν την ίδια ιδιότητα. Γι αυτό ειδικοί το σημάδευαν (εκεί κάτω βέβαια) από πριν ίσως πάνω στον ανθό γιατί τότε μπορούσαν να τα αναγνωρίσουν πιο εύκολα. Λένε πως επειδή δεν μπορούσαν να πλησιάσουν τότε μέσα στα δασιά και γεμάτα φίδια φαρμακερά και άλλα ερπετά δάση, το σημάδευαν και το πυροβολούσαν με χονδρά σκάγια από μακριά και όταν τα ερπετά και τα φίδια έπεφταν σε νάρκη πήγαιναν οι ξυλοκόποι και τα έκοβαν.

Την Μ. Παρασκευή δεν βάζουν πυροστιά ούτε κατσαρόλα στην φωτιά. Ότι θέλουν να μαγειρέψουν το μαγειρεύουν από την προηγούμενη ημέρα. Από το πρωί στολίζουν τον επιτάφιο, με λουλούδια κυρίως δε με άνθη καρποφόρων δένδρων.
 
Το Μ. Σάββατο οι νοικοκυρές ασπρίζουν καθαρίζουν και στολίζουν τα σπίτια. Πρέπει όλα να λάμπουν.

    
β) Η Ανάσταση

Η Ανάσταση γινόταν στις τέσσερις τα ξημερώματα. Όλοι, μικροί και μεγάλοι ντυμένοι με τα καλά τους, πήγαιναν στην εκκλησία, ανάβουν τη λαμπάδα και με το Χριστός Ανέστη, οι ευχές δίνουν και παίρνουν. Η Ανάσταση γινόταν στην πλατεία και την ώρα που ήταν να μπουν στην εκκλησία, με τον παπά μπροστά, κάποιος ήταν πίσω από τη πόρτα, για να μην τους αφήσει να περάσουν. Τότε ο παπάς έλεγε: άρατε πύλας, ούτος εστί ο Βασιλεύς των ουρανών, αυτός που ήταν πίσω από την πόρτα απαντούσε: Τις εστίν ούτως ο Βασιλεύς;. Αυτό επαναλαμβανόταν τρεις φορές, οπότε ο παπάς έδινε με το πόδι του μια τη πόρτα και έμπαινε θριαμβευτής στην εκκλησία, όπως και ο Χριστός αναστημένος έμπαινε θριαμβευτής στη βασιλεία των ουρανών. Με το ξημέρωμα όλη η οικογένεια ή και παρέες-παρέες, σουβλίζουν το αρνί, που ήδη έχουν κόψει το Μεγάλο Σάββατο και το βάζουν στη φωτιά για να ψηθεί. Η Δεύτερη Ανάσταση γινόταν στις δώδεκα το μεσημέρι. Μετά την Θεία Λειτουργία, ακολουθεί ο χορός των γυναικών στον περίβολο της εκκλησίας, ντυμένες όλες με τα καλά τους. Τραγουδούν και χορεύουν τα πασχαλιάτικα τραγούδια. Στη συνέχεια πηγαίνουν στα σπίτια τους, όλη η οικογένεια κάθεται στο πασχαλινό τραπέζι για να φάνε το ψητό αρνί, το ψήμα και να τσουγκρίσουν τα κόκκινα αυγά.  Καθόταν στο τραπέζι όλοι οι συγγενείς μαζί και τρώγανε. Το απόγευμα και μέχρι αργά το βράδυ, θα διασκεδάσουν στην πλατεία τραγουδώντας και πάλι τα πασχαλιάτικα τραγούδια.


ΠΑΣΧΑΛΙΑΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ


Σημαίνει ο Θεός, σημαίνει η γη, σημαίνουν τα ουράνια.
Σημαίνει και η Αγία Σοφιά, με τις χρυσές καμπάνες.
 

Απρίλη, Απρίλ' απ' έρχεσαι, Μάη καταδροσάτε,
σε μήνυσαν τα πρόβατα, ν' αυξάνεις τα χορτάρια;
σε μήνυσαν και τ' άλογα, ν' αυξάνεις τα λιβάδια;

Σήμερα Δέσπω Πασχαλιά, σήμερα άσπρη μέρα.
Σήμερα τ' αρχοντόπουλα βγήκαν να σεργιανίσουν.
Βγήκαν οι νύφες στο χορό, κοράσια στα τραγούδια,
Κι εσύ Δέσπω μ  δεν φαίνεσαι, να βγεις να σεργιανίσεις.
Σε κλαίει Δέσπου μ το παιδί, σε κλαίει και δε μερώνει.

 

Πραματευτής εδιάβαινε, στο γρίβα του καβάλα.
Σέρνει μουλάρια δώδεκα, μήλο μου μήλο μου
και μούλες δεκαπέντε, μήλο μου μυρισμένο.
Το ίσκιο ίσκιο πάει κε, μήλο μου μήλο μου.
τον ίσκιο από τα δέντρα, μήλο μου μυρισμένο.
Να μην τον κάψ ο κουρνιαχτός, μήλο μου μήλο μου
και τον μάρανε κι ο ήλιος, μήλο μυρισμένο.
 

γ) Το ξεπροβόδισμα της Πασχαλιάς

Στο χωριό μας παλαιότερα, την εβδομάδα μετά το Πάσχα, γινόταν η Θεία Λειτουργία κάθε μέρα και σε διαφορετική εκκλησία Τη Δευτέρα του Πάσχα στον Άγιο Αθανάσιο, την Τρίτη στον Άγιο Κοσμά, την Τετάρτη στον μικρό Άγιο Αθανασίου, την Πέμπτη πήγαιναν  στο εξωκκλήσι του Αγίου Νικολάου και την Παρασκευή στην Αγία  Παρασκευή.
Μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας στο προαύλιο της κάθε εκκλησίας, οι γυναίκες του χωριού, όλες μαζί, πιάνανε το χορό και τραγουδούσαν τα Πασχαλιάτικα τραγούδια, μέχρι το μεσημέρι που μαζευόταν στο σπίτι όλη η οικογένεια και τρώγανε μαζί. Το απόγευμα και μέχρι αργά το βράδυ, μαζευόταν και πάλι στην πλατεία, συνεχίζοντας να τραγουδούν και να χορεύουν τα Πασχαλιάτικα τραγούδια, και τις περισσότερες φορές ακολουθούσε γλέντι με τοπικές ορχήστρες. Λέγετε ότι, αυτή την εβδομάδα,
δεν δούλευε κανείς, μόνο διασκέδαζαν.

Τώρα Μαγιά τώρα δροσιά, τώρα το καλοκαίρι, τα ίτσια, τα ίτσια.
Τώρα φυτρώνουν τα κλαδιά και λουλουδιάζει ο τόπος, τα ίτσια τα λουλούδια.

Όμως το αποκορύφωμα βέβαια, ήταν την Κυριακή του Θωμά. Το απόγευμα κατά τις πέντε η ώρα, βγαίνανε όλοι στην πλατεία, για να αποχαιρετήσουν την Πασχαλιά.
Οι γυναίκες πιάνανε το χορό ξεκινώντας από την πλατεία πιασμένες μ αυτό τον ιδιαίτερο και ξεχωριστό τρόπο, σταυρωτά, κάνοντας το διπλό χορό τραγουδούσαν και χόρευαν όλοι τους, τα τραγούδια του αποχαιρετισμού της Πασχαλιάς, σ όλους  στους δρόμους του χωριού και καταλήγανε ξανά στην πλατεία. Οι πιο νέοι και τα παιδιά, επιδίδονταν σε διάφορα αγωνίσματα, όπως ρίξ μου σ τρεις (άλμα εις τριπλούν), πάλεμα (πάλη) και τρέξιμο, έτσι απλά για να ζορίζει ο νικητής τον ηττημένο.
Η γιορτή, η διασκέδαση κρατούσε μέχρι αργά το βράδυ. Αυτή τη φορά, το τραγούδι και ο χορός, είχε ένα ιδιαίτερο πάθος, πιο μεγάλο, αποχαιρετώντας έτσι την Πασχαλιά.  Γιατί ξέρανε την άλλη μέρα, τη Δευτέρα του Θωμά, οι γυναίκες θα γύριζαν στα χωράφια, ο ξένος θα έφευγε για τα ξένα, τα μαστόρια θα φεύγανε, αυτοί, άλλοι για τη Θεσσαλία, άλλοι για τη Στερεά Ελλάδα και για την Πελοπόννησο. Όλο αυτό το σκηνικό, όλα τα συναισθήματα και τελικά η ίδια τους η ζωή, λες και καταγράφεται σ αυτά τα  τραγούδια που λέγανε:

Για πιάστε τα δικέλλια, ήρθε η Δευτέρα

Και σκωπτικά:

Γυναίκες, κορίτσια, τον άντρα μου πουλώ.
Για δε μι φέρ παπούτσια, για ταύτου τον πουλώ

Τα Πασχαλιάτικα τραγούδια  είναι  και σαν ένα κάλεσμα των προσφιλών τους ανθρώπων που έφυγαν, ένα κάλεσμα των νεκρών, όχι όμως σ εκείνο ύφος των μοιρολογιών, αλλά τους εμπλέκουν κι αυτούς με τα λουλούδια, με τη φύση με την Ανάσταση. Τραγούδια που υμνούνε την Ανάσταση, την άνοιξη, τη φύση, τα λουλούδια
και όλα με τον ίδιο καημό, το ίδιο φινάλε, τον ίδιο πόνο, στους τελευταίους στίχους τους: τον καημό του αποχωρισμού παρόντων και απόντων.

 

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΞΕΝΙΤΙΑΣ

 

Διπλό χορό χορεύουμε, διπλά τραγούδια λέμε,
Με το καλό ήρθες Πασχαλιά, με το καλό μας φεύγεις.
Με το καλό να ξαναρθείς,  θα σε καλοδεχτούμε.

Οι δύο άγιοι μάλωναν, Αι Γιώργης κι  Άι Δημήτρης.
Αι Γιώργη, Αι Γιώργη Βούλγαρε και σκορποφαμιλιάρη,
εγώ σμαζεύω φαμιλιές και συ μου τις χωρίζεις
εγώ σμαζώνω πρόβατα και συ μου τα χωρίζεις.
Εγώ σμαζεύω αντρόγυνα κι εσύ μου τα χωρίζεις.

Ανάθημα σου ξενιτιά και συ και τα λεφτά σου,
μας παίρνεις τα παιδιά και τα κρατάς κοντά σου.
Βγάλτε τα καινούρια, ντύστε τα τζιρτζέλια.
Ήρθε η δευτέρα, πάρτε τα δικέλλια.
Πάρτε τα δικέλλια,  σύρτε και στ αμπέλια.

Κορίτσια, γυναίκες, τον άνδρα μου πουλώ,
Για δε με φέρν φουστάνι, για ταύτου τουν πουλώ.
Κορίτσια, γυναίκες, τον άνδρα μου πουλώ,
Για δε με φέρν παπούτσια, για ταύτου τουν πουλώ.
Κορίτσια, γυναίκες, τον άνδρα μου πουλώ,
Ένα μπιμπίλ τον δίνω κι όποια θέλει ας τον πάρει.
Κορίτσια, γυναίκες, τον άνδρα μου πουλώ,
Για μία πλέχτρα σκόρδα και άλλη μια κρεμμύδια.

Τώρα Μαγιά τώρα δροσιά, τα ίτσα τα ίτσα,
τώρα το καλοκαίρι, τα ίτσια τα λουλούδια.
Τώρα π' ανθίζουν τα κλαδιά και λουλουδίζει ο κάμπος,
Τώρα και ο ξένος βόλισε, στον τόπο του να πάει, τα ίτσα τα ίτσα.
Νύχτα σελώνει τ' άλογο, τα ίτσα τα ίτσα, νύχτα το καβαλικεύει.
Βάζει τα πέταλα χρυσά, τα ίτσια τα ίτσια,
καρφιά μαλαματένια, τα ίτσια τα λουλούδια
και τα καλιγόκαρφα, χρυσά μαλαματένια.

δ) Το καψάλισμα των μαστόρων (η αναχώρηση)

Οι μαστόροι έφευγαν από το χωριό μας  την Άνοιξη, κυρίως μετά το Πάσχα, παρέες-παρέες με τα ζώα τους, αλλά και τις πιο πολλές φορές, αν οι αποστάσεις ήταν κοντινές και πεζοί.  Το καψάλισμα των μαστόρων, ήταν ίσως από τα πιο σημαντικά γεγονότα, όχι μόνο για  τη ζωή τους, αλλά και για το χωριό. Από τη μια μεριά, αποχωρίζονταν τους δικούς τους, τα παιδιά τους, τις γυναίκες τους, απ την άλλη, είχαν την αγωνία και την αβεβαιότητα, που θα πάνε και αν θα βρουν δουλειά. Βέβαια οι συμφωνίες κλείνονταν από πιο νωρίς, μπορεί και από την προηγούμενη χρονιά, σε πιο τόπο θα πάνε, παρ όλα αυτά, δεν ξέρανε τι θα αντιμετωπίσουν εκεί που πάνε. Από αυτούς, μερικοί θα γύριζαν το καλοκαίρι, για το  πανηγύρι του χωριού. Οι περισσότεροι όμως θα γύριζαν το Φθινόπωρο, τον Αι- Δημήτρη, να ξεχειμωνιάσουν στο χωριό και να ξαναφύγουν και πάλι την Άνοιξη. Από βραδύς, στα σπίτια των μαστόρων που θα έφευγαν, στρωνόταν μεγάλο τραπέζι με την οικογένεια όλη, ερχόταν και άλλοι συγγενείς και γινόταν ένα μικρό γλέντι. Με το χάραμα, συγκεντρωνόταν όλοι στην πλατεία για να πάρουν το δρόμο. Οι συγγενείς τους, αλλά και όλοι οι χωριανοί που θα μένανε στο χωριό, τους ξεπροβοδούσαν, τους συνόδευαν μέχρι το εκκλησάκι της Αγίας Τριάδας, δύο περίπου χιλιόμετρα από το χωριό. Εκεί ήταν το δικό μας κλαψόδεντρο, ένα μεγάλο δέντρο, που όλα αυτά τα χρόνια έστεκε εκεί για να βλέπει τον αποχωρισμό των μαστόρων από τους δικούς του και τις οικογένειες τους. Μετά το ξεπροβόδισμα, οι γυναίκες γυρνώντας πίσω, έκοβαν μερικά κλαδιά από το δέντρο και τα βάζανε στην εξώπορτα (ίσως μέχρι να μαραθούν να ξανάρθουν).



Η ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ

Από την προηγούμενη μέρα κιόλας, γίνονται οι ετοιμασίες για τη γιορτή της Πεντηκοστή. Θα γιορτάσουνε  παρέα με τις ψυχές των δικών τους ανθρώπων, στο κοιμητήριο του χωριού. Πιστεύουν πως οι αγαπημένοι τους που έφυγαν  από το την ημέρα του Πάσχα ως  την Πεντηκοστή, είναι στον επάνω κόσμο και τριγυρνούν μαζί τους.  Ετοιμάζουν πίτες και γλυκά, τα βάζουν σε μία κανέστρα, και ανηφορίζουν προς στο νεκροταφείο μετά τη Θεία Λειτουργία.  Εκεί ο παπάς περνάει από τα μνήματα όλων των νεκρών, ένα-ένα και ρίχνει τρισάγιο. Μετά αρχίζουν να μοιράζουν τις πίτες και τα γλυκά. Καθισμένοι όλοι δίπλα στα μνήματα, τρώνε και πίνουν παρέα με τους νεκρούς. Δίνουν και σ αυτούς να φάνε και να πιούνε, αφήνοντας πίτες, γλυκά και ποτά στο μνήμα. Το χαρακτηριστικό, που είναι και συγκινητικό, είναι ότι σε κάθε μνήμα για τον άνθρωπό τους αφήνουν ότι του άρεσε να τρώει πιο πολύ, όταν ζούσε, ότι έπινε και για όσους καπνίζανε αφήνανε και ένα τσιγάρο, και πάντα τη μάρκα του.
Τρώνε, πίνουν, τραγουδούν, λες και είναι όλοι εκεί, παρόντες και απόντες.

Πιέτι λίγου, να πιεί κι  ου μακαρίτς, τουν  άριζει του τσίπουρου, του μακαρίτ

Πιστεύουν πως είναι η τελευταία μέρα που οι ψυχές είναι πάνω στη γη και πως την άλλη μέρα θα κρυφτούν στους τάφους.

Τι στέκεστε γειτόνισσες και δεν μοιρολογάτε;
Όλες καημούδια έχετε κι όλες καρδιά καμένη.
Ποια χασέ μικρό παιδί,  έχασέ το γλέντημα της,
Ποια χασέ τρανό παιδί,  έχασε το ψωμί της,
Ποια χασέ τον άνδρα της, έχασε και την τιμή της.

Φίλοι μ καλώς ορίσατε, φίλοι και συγγενείς μου.
Για φάτε πιέτε φίλοι, μου χαρείτε να χαρούμε,
τούτον τον χρόνο τον καλό, τον άλλο ποιος το ξέρει,
για ζούμε, για πεθαίνουμε,  για σ' άλλο τόπο πάμε.

 

ΤΑ  ΓΙΑΝΝΑΚΙΑ

Τα γιαννάκια, είναι κάτι όμορφα, με ευχάριστη μυρωδιά αγριολούλουδα, που ανθίζουν τις μέρες του Αϊ Γιάννη, στις 24 Ιουνίου.   
Από το ξημέρωμα, όλες οι πλαγιές του χωριού αντιλαλούσαν. Οι χωριανοί ομάδες-ομάδες τη νύκτα με τα φαναράκια με τις φλογερές και με το γέλιο και το τραγούδι στα χείλη έβγαιναν να κόψουν γιαννάκια. Οι λάμψεις τη νύκτα και τα τραγούδια μεσ' την ησυχία, έδιναν μία παράξενη ομορφιά σ' όλη τη γύρω περιοχή. Λίγο αργότερα αλλά νύκτα ξεκινούσαν με τις μπούκλες στον ώμο οι κυράδες, τα κορίτσια για να πάνε για γιαννάκια. Κατόπιν τα χαράματα, με τα γιαννάκια στην αγκαλιά τους, πήγαιναν στη βρύση να γεμίσουν τις μπούκλες. Έτσι άκουες από τη μία μεριά τους άνδρες να τραγουδούν, να παίζουν με τις φλογέρες τους, τα ιδιαίτερα για τη μέρα αυτή τραγούδια και από την άλλη τα κορίτσια και τις γυναίκες. Τα χαράματα περνούσαν όλοι φορτωμένοι με γιαννάκια από τη βρύση του χωριού και σχεδόν τη στόλιζαν με τα λουλούδια. 
Στη συνέχεια έπλυναν το πρόσωπό τους και γύριζαν στα σπίτια τους, στολίζοντας την εξώπορτα με τα λουλούδια και τα άφηναν εκεί μέχρι να ξεραθούν και να πέσουν μόνο τους. Επίσης τη μέρα αυτή, μαζεύουν το χαμομήλι, το δυόσμο, τα ξηραίνουν και τα αποθηκεύουν για το Χειμώνα.

 

Λαλούν τ' αρνίθια τρεις φορές και τα παγώνια πέντε,
τα χελιδόνια δέκα οκτώ, κοντεύει να χαράξει.
Πάνε οι άσπρες για νερό κι' οι όμορφες να πλύνουν,
πάω κι εγώ ο μαύρος μου το Γρίβα να ποτίσω,
Παπαδοπούλα σταύρωσα το δρόμο μου επάνω.


 Ο Γιάννης φίδι σκότωσε πάνω σε σταυροδρόμι.
Τα φίδια εμαζεύτηκαν,  μουσαφερέ του κάνουν.
Το πε για να φιδιάσω, με το Γιάννη το φιδούλι,
που σκότωσε τη μάννα μας, τη μάννα από τα φίδια,
βάνουν τον όφιο άλογο και τον αστρίτη σέλα
και την οχιά την παρδαλή τη βάζουν καπιστράκι.

 

Ξανθή κόρη τραγούδησε επάνω σε γεφύρι
και το γεφύρι ράγισε και το ποτάμι εστάθει.
Βασιλιάς εδιάβαινε και την καλημερίζει:
-Για πες το, πες το κόρη, μου ξανά δευτέρωσε το
-Δεν τραγουδάω βασιλιά, γιατί καιρό δεν έχω,
έχω τον άντρα μ άρρωστο χρόνο και πέντε μήνες
κι' αρρωστικό μου γύριψε και πουθενά δεν βρήκα,
γυρεύ  τυρί από λαγό και γάλα απ' αγρογίδι.



ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Χριστούγεννα, το χωριό μας γεμάτο κόσμο, ετοιμάζεται για την μεγάλη γιορτή.  Μία βδομάδα πριν τη γιορτή, όλοι τους είναι έτοιμοι να σφάξουν το γουρούνι. Το κυνηγούνε τρεις αλλά και  τέσσερα άτομα πολλές φορές μέχρι να το πιάσουν. Ο σφάχτης μετά έχει το λόγο, που η πληρωμή του είναι σε κρέας, όχι τώρα, γιατί νηστεύει. Την ώρα που κόβουν το χοίρο, η νοικοκυρά το θυμιατίζει με λεβάντα. Ίσως για να έχει ωραία μυρωδιά, ίσως να ξορκίσει τα κακά πνεύματα!  Τεμαχίζουν το κρέας, κρατάνε για τις μέρες αυτές και το άλλο το αποθηκεύουν με αλάτι στη κάδη για να έχουν να τρώνε, σχεδόν μέχρι το Πάσχα. Κάνουνε και τα λουκάνικα, τα κρεμάνε στη γρεντιά για να στεγνώσουν και όλα είναι έτοιμα να υποδεχθούν τα Χριστούγεννα. Παραμονή των Χριστουγέννων, μόλις έρχεται η 24η Δεκεμβρίου, στις 12 τα μεσάνυχτα, συγκεντρώνονται οι νέοι και τα παιδιά στην πλατεία, ανάβουν μια μεγάλη φωτιά και φωνάζουν κόλιντα-κόλιντα, χτυπώντας συνέχεια την καμπάνα της εκκλησίας. Έχουν εφοδιαστεί από πριν με τις τσιουμπανίκες, μικρές και χοντρές γκλίτσες, που μπροστά έχουν ένα εξόγκωμα σαν γροθιά, για να χτυπούν μ αυτές τις πόρτες των σπιτιών, ξεκινούν τα κάλαντα. 
Αρχίζουν από το σπίτι του παπά και συνεχίζουν σε όλο το χωριό.  Οι νοικοκυρές τους ρίχνουν στους τρουβάδες που κρέμονται από τους ώμους τους, κάστανα βραστά, στραγάλια, σταφίδες και καρύδια. Μερικές φορές αρπάζουν και κανένα λουκάνικο.

 
Κάτστι, κάτσι πιδιά,  κάτστι να κάτσουν κι  οι κλωσαριές

Καθίστε, τους λένε οι σπιτονοικοκυρέοι, θεωρώντας το καλό να κάτσουν, γιατί έτσι θα καθίσουν και οι κλώσες.  Έτσι ήταν η ζωή τους, αφού σε όλα πίστευαν,
σε όλα ήλπιζαν και όλα τα εξέταζαν.
Σ όλες τις γιορτές, ακούγοντας τα τραγούδια που λένε, παρατηρούμε πως, υπάρχουν τα ιδιαίτερα τραγούδια για κάθε περίπτωση, για κάθε γιορτή,
και για κάθε κατάσταση, ακόμη και σκωπτικά τραγούδια: 

Αφέντη μου στην κάπα σου, σαράντα τσιουβάλια ψείρες

Αν πάλι δούνε κάποια όμορφη κοπέλα του σπιτιού, τραγουδάνε: 

Μέσα σε τούτο το σπίτι,  σ  αυτό τ  αρχοντικό, είναι μια κόρη όμορφη και μια γλυκοφρυδούσα

Δεν λείπουν βέβαια και τα καλά λόγια για τον σπιτονοικοκύρη:

Σ αυτό το σπίτι τ  αψηλό, πέτρα να μη ραγίσει κι  ο νοικοκύρης του σπιτιού,  χίλια χρόνια να ζήσει
  

Ξημέρωμα, κατά τις 4 το πρωί των Χριστουγέννων, χτυπά η καμπάνα για να αναγγείλει το χαρμόσυνο μήνυμα. Όλοι φορώντας τα καλά του και κρατώντας στο χέρι τα φανάρια (εκείνα με το καθαρό πετρέλαιο)  και τις τζιουμπανίκες ή τις κλούτσες, πηγαίνουν στην εκκλησία. Μετά τη Θεία Λειτουργία και τα χρόνια πολλά, επιστρέφουν στο σπίτι, να κοιμηθούν λίγο, γιατί το πρωί πρέπει να σηκωθούν νωρίς, να ετοιμάσουν το μεσημεριανό Χριστουγεννιάτικο τραπέζι.  Οι νοικοκυρές πρέπει να ετοιμάσουν την πυτιρόπιτα (η πίτα με τα πολλά φύλλα, βρεγμένη και τα κομμάτια το τυρί), οι άνδρες πρέπει να ετοιμάσουν και να ψήσουν τη σουγλιμάδα.
Σήμερα άλλοι το λένε κεμπάπ, άλλοι κοντοσούβλι, εμείς σουγλιμάδα και γίνεται ως εξής: Κόβουμε σε μικρά κομμάτια το χοιρινό ψαχνό κρέας, το αλατίζουμε, το βάζουμε ρίγανη, πιπέρι και το περνάμε σε σούβλα, σιδερένια αλλά και πολλές φορές ξύλινη. Απλώνουμε τα κάρβουνα στη συνέχεια στο τζάκι, βάζουμε τη σούβλα μετά από για να ψηθεί, στηριγμένη στα τουμπούλια (πήλινες βάσεις από κοκκινόχωμα με το αυλάκι επάνω τους για να σταματούν και να γυρίζουν οι σούβλες.  Το ντόπιο κρασί και το τραγούδι, συνοδεύει το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι, με αποτέλεσμα το κέφι και η διασκέδαση να φθάνει στα ύψη, μιας και τις μέρες αυτές του Χειμώνα δεν έχει κάποια δουλειά να κάνουν. Διασκεδάζουν και χαίρονται που είναι όλη η οικογένεια αντάμα.

Χριστούγεννα Πρωτούγεννα, πρώτη γιορτή του κόσμου.
Χριστός γεννάται σήμερα εν Βηθλεέμ τη πόλη.
Γεννιέται και ανατρέφεται στο μέλι και στο γάλα

το μέλι τρών' οι άρχοντες, το γάλα οι αφεντάδες.

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΠΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΣΑΝ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

 
Παίρνω το τουφεκάκι μου, μ' έβρεχε με χιόνιζε.
Άιντε και πάω να κυνηγήσω και ας βρέχει και ας χιονίζει.
Βρίσκω λαγό λημέριαζε,  μ' έβρεχε με χιόνιζε.
Άιντε πέρδικα να φωλιάζει κι ας βρέχει και ας χιονίζει.
Ρίχνω σκοτώνω το λαγό, μ' έβρεχε με χιόνιζε.
Άιντε λαβώνω την πέρδικα κι ας βρέχει κι ας χιονίζει.

Αυτά τα μάτια Δήμου μ τ' άμορφα, τα παρδαλογραμμένα,
αυτά σε κάνουν Δήμο μ  κι αρρωστάς, σε κάνουν και πεθαίνεις.
Για πάρε Δήμο μ το τουφέκι σου, σύρε να κυνηγήσεις,
Αν βρεις Δήμο μ' λάφια, σκότωσ' τα, λαγόν κυνήγησε τον
κι αν βρεις Δήμο μ την αγάπη μου, ρίξε και σκότωσε την
και μάσε Δήμο μ το  αίμα της, σε μάλλινο μαντίλι
και σύρ το Δήμο μ σε εννιά χωριά, σε δέκα Βιλαέτια.
 
Στης Σαμαρίνας τα βουνά, στης Εροιβιάς τους τόπους,
εκεί που πέντε δεν πατούν και δέκα δεν διαβαίνουν,
εγώ μονάχος πέρασα πεζός και αρματωμένος,
με τιριμίδες στο σπαθί και φούντες στο ντουφέκι,
εξήντα δράκους σκότωσα κι εξήντα έχω λαβώσει,
και πέτυχα και το στοιχειό σε μια ψηλή ραχούλα,
που' χε Σταυρό στα κέρατα, φεγγάρι στα καπούλια.
Σειέται και σειούνται τα βουνά, σειέται και σειούνται οι κάμποι.
Ταράζει το ποδάρι του και δέντρα ξεριζώνει.
Στριγκιά φωνή εφώναξε, βογκούν βουνά και ράχες,
εδώ που πέντε δεν πατούν και δέκα δεν διαβαίνουν
τι γύρευες μονάχος σου πεζός κι αρματωμένος;

ΟΙ ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ

Η ονομαστική γιορτή τις περασμένες δεκαετίες στο χωριό μας, από τα μεγαλύτερα γεγονότα, που εξελισσόταν σε ένα σωστό πανηγύρι.  Την προηγούμενη μέρα πολλές φορές, λογάριαζαν το ποιος γιορτάζει, πως θα πάνε και προπάντων να πάνε σε όλους, μην ξεχάσουν κανέναν.  Ήταν πολύ σοβαρή παράλειψη αν κάποιος δεν επισκεπτόταν τον εορτάζοντα. Στο τέλος  που θα τελείωναν οι επισκέψεις, αυτός που γιορτάζει, λογάριαζε ποιος ήρθε και ποιος δεν ήρθε, προσπαθώντας πάντα να βρει και την αιτία που κάποιος δεν του έκανε επίσκεψη.

-Ήρθαν όλ γυναίκα;
Μόνκι ου Γιώργους τ  Μκόλα δεν ήρθει.
-Κάκιουσι λες,;
-Ότ  θέλ  ας έκαμι, ιμείς του σπίτ  ανοιχτό του είχαμι,
δεν παένουμι κι ιμεις, στ θκιάτ τ γιουρτή τ χρόν  άμα κάκιουσι

Κι έτσι γινόταν, αν κάποιος δεν πήγαινε στη γιορτή κάποιου, τότε και εκείνος δεν πήγαινε στη δικιά του, μέχρι παρεξηγήσεως τις περισσότερες φορές.
Πρέπει να σημειώσουμε ότι, στο χωριό μας, αλλά και γενικά σ΄ όλη την περιοχή, τουλάχιστον μέχρι και τη δεκαετία του 1970, αυτοί που γιόρταζαν ήταν οι άνδρες του σπιτιού και μόνο την ονομαστική τους γιορτή, ούτε γενέθλια (οι περισσότεροι δεν ήξεραν και την ημερομηνία των γενεθλίων), ούτε επετείους, μόνο τη γιορτή τους και τη γιορτάζανε με μεγάλη επισημότητα. Από νωρίς το πρωί η νοικοκυρά πήγαινε στην εκκλησία με τη λειτουργιά, για να σηκώσει το ύψωμα. Σε λίγο θα πήγαινε και ο εορτάζον να παρακολουθήσει τη Θεία λειτουργία και να πάρει το λουλούδι να το βάλει στο πέτο. Μετά την εκκλησία θα γυρίσουν στο σπίτι, γιατί θα τον επισκεφτούν οι γυναίκες του χωριού, παρέες-παρέες για τα χρόνια πολλά. Οι γυναίκες θα καθίσουν στις ντιβανοκασέλες και στα κρεβάτια, η νοικοκυρά του σπιτιού θα βάλει μπροστά τους ένα τραπεζάκι που απάνω θα έχει τα κεράσματα, που εκείνη τη μέρα ήταν πολλά και χωρίς να λογαριάσουν τα έξοδα.

Θυμάμαι στις ονομαστικές γιορτές, μικροί που είμαστε, κλέβαμε από το ντουλάπι ή το φανάρι από τα κεράσματα ή από του γκόλιου το σοκολατάκι και μας μαλώνανε:

Έκα, πρώτα να ξαντρουπιαστούμι  κι ύστερα φάτα όλα

Ψητά, τηγανιές, τυριά, καρύδια, στραγάλια και το απαραίτητο γλυκό, που είχανε στις γιορτές, το σαραγλί, ήταν απαραίτητα, για το κέρασμα. Για να πιουν, υπήρχε βυσσινάδα λικέρ, για τις γυναίκες, φτιαγμένο από τους ίδιους, και για τους άνδρες τσίπουρο το πρωί, κρασί το βράδυ. Οι ευχές του κόσμου, είναι πολλές και σύμφωνα με το φύλλο, την ηλικία, αλλά και την εργασία αυτού που γιορτάζει. Το βράδυ τώρα, γίνεται σωστό πανηγύρι, γιατί έχουμε τις επισκέψεις των ανδρών.  Το πρωί πήγαιναν επίσκεψη οι γυναίκες, το βράδυ οι άνδρες ομάδες-ομάδες, καμιά φορά δέκα, δεκαπέντε ατόμων, άρχιζαν τις επισκέψεις. Φρόντιζαν ακόμη να βρουν οργανοπαίχτες και λαλώντας θα έπαιρναν σβάρνα τους εορτάζοντες. Το κέρασμα των ανδρών γίνεται από τις γυναίκες του σπιτιού με περισσότερη επισημότητα απ ότι γινόταν με το κέρασμα των γυναικών. Μερικές φορές, καθώς πήγαιναν από γιορτάσι σε γιορτάσι, έκλεβαν και καμιά κότα από όποιο κοτέτσι βρίσκανε μπροστά τους, την πηγαίνανε δώρο, με την απαίτηση να την μαγειρέψει η νοικοκυρά εκείνη τη στιγμή.  Φρόντιζαν πάντως η κότα να είναι από το κοτέτσι του εορτάζοντα.  Σιγά-σιγά το γλέντι άναβε και μέχρι αργά τη νύχτα σωστό πανηγύρι.

Κάτι που άκουσα:
Κάποτε, γύρω στη δεκαετία του 1930, όπως μου διηγείται ο πατέρας  μου, δύο φίλοι, ο Χρήστος Κουτσονίκος (1868-1942) και ο Γιάννης Χρυσοχόου, προγραμμάτισαν
να επισκεφθούν τον Φώτη Κουτσονίκο την ημέρα των Φώτων που γιόρταζε.
Ο Χρήστος Κουτσονίκος αγαπούσε το τσίπουρο, ο Γιάννης Χρυσοχόος το κρασί.
Έτσι παρεξηγήθηκαν και έκαναν αρκετό καιρό να ξαναμιλήσουν, γιατί ο πρώτος ήθελε να πάνε στη γιορτή το πρωί για να πιει τσίπουρο, ενώ ο άλλος το βράδυ
για να πιει κρασί.

 

ΤΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ

Το χωριό μας πανηγυρίζει της Αγίας Παρασκευής 26 Ιουλίου, προς τιμή της Αγίας Παρασκευής, γιατί  όπως λέγεται, ήταν η προστάτιδα Αγία του παλιού χωριού Μελιδόνιστα.  Η Θεία Λειτουργία γίνεται τη μέρα εκείνη στο εξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής, ένα χιλιόμετρο από το χωριό.  Στο τέλος της Θείας Λειτουργίας, γίνεται αρτοκλασία, όπως και σε κάθε γιορτή,  οι γυναίκες τραγουδούν και χορεύουν τα απαραίτητα τραγούδια  και στη συνέχεια όλοι οι χωριανοί μαζεύονται στη πλατεία, λέγοντας τα χρόνια πολλά, περιμένοντας βέβαια το βράδυ το παραδοσιακό γλέντι με ψητά και κλαρίνα, που κρατάει δύο μέρες. Το μεσημέρι όλοι ψήνανε το καθιερωμένο αρνί για το πανηγύρι, έτρωγαν όλοι οι συγγενείς μαζί και όπως είπαμε περίμεναν το βράδυ για το ξεφάντωμα. Όταν παλαιότερα υπήρχαν τρία καφενεία, υπήρχαν και τρεις τοπικές ορχήστρες και ήταν όλα γεμάτα. Κόσμος πολύς, όλοι οι χωριανοί, πολλοί επισκέπτες από τα γύρω χωριά, πολλοί συγγενείς. Την άλλη μέρα, 27 Ιουλίου, του Αγίου Παντελεήμονα, η Θεία Λειτουργία γίνεται στον Άγιο Αθανάσιο. Το πανηγύρι συνεχίζεται, αφού κρατάει δύο μέρες. Η πλατεία και πάλι γεμίζει κόσμο, χρόνια πολλά παντού, το τραπέζι ξαναστήνεται το μεσημέρι και το βράδυ η δεύτερη μέρα του ξεφαντώματος.Ήταν κάποτε, κάποιες εποχές, που ο κόσμος έβρισκε μία αφορμή για να επισκεφθεί τους συγγενείς του, όταν οι αποστάσεις με τα πόδια ή τα γαϊδούρια ήταν μακρινές και οι επισκέψεις αραιές. Ήταν κάποτε, κάποιες εποχές, που ο κόσμος έτρεχε στα πανηγύρια. Στους συγγενείς του, να το ρίξει λίγο έξω, να τον φιλέψουν, ίσως είχε και μέρες να φάει. Το ίδιο θα έκανε κι αυτός βέβαια στο δικό τους πανηγύρι.


Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ
Η ιατρική της μπάμπως, της παπαδιάς και της μαμής

Η ΕΓΚΥΜΟΣΥΝΗ Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΒΡΕΦΟΣ

Η εγκυμοσύνη και η γέννα: Η εγκυμοσύνη είναι η πιο δύσκολη περίοδος της γυναίκας. Βρίσκεται λένε με το ένα πόδι στο λάκκο και όλοι της εύχονται καλή λευτεριά.  Την προσέχουν πολύ ο άνδρας και τα πεθερικά. Η αποβολή όταν η εγκυμοσύνη της βρίσκεται σε ζυγό αριθμό μηνών, θεωρείται θάνατος.  Όταν η έγκυος μπει στο μήνα της τότε την προσέχουν όλοι τους περισσότερο. Ετοιμάζουν τα σπάργανα και τις φασκιές. Η φασκιά έχει δύο χρώματα μαύρο και άσπρο, για να μη καλοκαρδίσουν ούτε τον Χριστό ούτε τον διάβολο. Μόλις άρχιζαν οι πόνοι, αμέσως η πεθερά ή ο άνδρας ή κάποια γειτόνισσα έτρεχαν να ειδοποιήσουν την παπαδιά και τη μπάμπου,  να βοηθούσαν στη γέννα.   Μόλις γεννιόταν το παιδί, του έδεναν τον αφαλό (αφαλόκοβαν) με καρούλι (κλωστή λεπτή)  και του έριχναν αλάτι σ' όλο το σώμα για να γίνει γερό.
Ύστερα άπλυτο καθώς ήταν, το φάσκιωναν και τον τύλιγαν (με τη φασκιά), που στην άκρη είχε ένα φλουρί και ακολουθούσαν οι ευχές.


Οι μοίρες:
Μετά τρεις μέρες, έρχονται οι μοίρες στη σαρμανίτσα (κούνια) του μωρού και του δίνουν τις χάρες.  Για να τις υποδεχθεί, του βάζουν ένα στέμμα στο κεφάλι.
Το στέμμα γίνεται από μία μαύρη κορδέλα, πάνω στην οποία τοποθετούν τρία χρυσαφικά. Το ίδιο βράδυ, αφού περάσουν οι μοίρες,  μπορεί η μάνα του να πλυθεί
και να αλλάξει, αφού η λεχώνα έπρεπε τρεις μέρες να μείνει άπλυτη κι ανάλλαγη.

Το λούσιμο του μωρού: Το μωρό το πλένουν μετά από οκτώ μέρες σ' όλο του το σώμα. Προσέχουν πού θα χύσουν το νερό.
Το χύνουν σε μέρος  πού είναι αδύνατον να πατήσει ανθρώπινο πόδι. Πλένουν τα ρούχα του μωρού, ενώ όταν τα απλώνουν, προσέχουν να μη βασιλέψουν.
Πρέπει δηλαδή να τα μαζέψουν πριν από τη δύση του ήλιου.

Ο θηλασμός και η παραμάνα: Η μητέρα θηλάζει το βρέφος περισσότερο από ένα χρόνο. Σε πολλές περιπτώσεις μέχρι να ξαναμείνει έγκυος.
Όταν δεν είχε γάλα η μάνα και έπρεπε να θηλάσει,  έρχονταν μία άλλη γυναίκα, που είχε γεννήσει κι΄ αυτή πρόσφατα και θήλαζε το μωρό της.
Αυτή  ήταν η παραμάνα του παιδιού.

Το μέτρημα: Όταν το παιδί είναι κομμένο το μετρούν. Διαπιστώνουν αν είναι κομμένο μετρώντας με πιθαμές και τα δύο χέρι. Το μέτρημα το κάνουν συνήθως οι γερόντισσες. Επειτα το τρίβουν στη μέση το τοποθετούν μπρούμυτα παίρνουν το δεξί πόδι και το αριστερό χέρι και προσπαθούν να τα πλησιάσουν. Το ίδιο κάνουν με το αριστερό πόδι και το δεξί χέρι. Αυτό επαναλαμβανόταν τρεις φορές, επί τρεις συνέχεια μέρες. Τη τρίτη μέρα το παιδί θά 'ναι περδίκι.

Το ξεμάτιασμα: Όταν το βρέφος αδιαθετήσει απότομα χωρίς καμία οργανική πάθηση λένε ότι έχει ματιασθεί. Το ξεματιάζουν με κάρβουνο νερό και λάδι ή και με αλάτι.
Το κάρβουνο που θα βουλιάξει δείχνει πως το βρέφος είναι ματιασμένο καθώς και το λάδι που θα χαθεί στο νερό. Το μέτρημα και το ξεμάτιασμα,
δεν γινόταν μόνο στα βρέφη αλλά και σ όλο τον κόσμο!

Το ξείσκιωμα: Όταν το μωρό κλαίει χωρίς λόγο το ξεϊσκιώνουν. Για να γίνει το ξεΐσκιωμα πρέπει να φέρουν μία κούπα νερό που θα το πάρουν από τα ξωνέρια του χωριού και θα φέρουν στο σπίτι χωρίς να μιλήσουν καθόλου στο δρόμο. Μία γερόντισσα λέει μερικά λόγια από μέσα της,  (δυστυχώς δεν τα αποκαλύπτουν γιατί μετά δεν πιάνει), πάνω απ' την κούπα με το νερό και το ξεΐσκιωμα έχει γίνει.

Το ξέτλιγμα: Το ξέτλιγμα γίνεται όταν φύγει από τη θέση του ο αφαλός του μωρού. Τρίβουν τότε την κοιλιά με λάδι και φέρνουν πάλι σιγά -σιγά τον αφαλό στη θέση του. Το δένουν στη μέση με πήδογλο (χοντρή μάλλινη τριχιά): τελειώνοντας η μπάμπου λέει Για το τέκνο σου και τις δίνουν παράδες.

Το γύρισμα της καρδιάς: Όταν το παιδί είναι ανήσυχο του γέρνουν την καρδιά. Βάζουν το παιδί της κοιλιάς στο κεφάλι και το φέρνουν γύρω τρεις φορές, λένε και μερικά λόγια και το γύρισμα της καρδιάς έγινε.          
   
Τέλος δεν κόβουν τα μαλλιά και τα νύχια του μωρού πριν γίνει ενός έτους.



του Μάκη Κουτσονίκου
Προέδρου του Πολιτιστικού Συλλόγου Αγίου Κοσμά "Ο ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ"
(άλλα τα άκουσα.... άλλα τα έξησα....)
(Ιανουάριος 2009)





ΠΗΓΕΣ

   Αθ. Τόλιου  ΙΣΤΟΡΙΚΑ-ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ ΓΡΕΒΕΝΩΝ
   Χειρόγραφα Βασιλείου Τόλιου (Μακρή)
   Προσωπικά βιώματα
   Διηγήσεις κατοίκων



















Διήμερη εκδρομή
προσκύνημα στον τόπο
καταγωγής του Αγίου Κοσμά
του Αιτωλού στο Θέρμο
Αιτωλοακαρνανίας
16 & 17 /9/ 2009












Χρήσιμα Links

ΔΗΜΟΣ ΓΡΕΒΕΝΩΝ

Περιφερειακή Ενότητα
Γρεβενών

ToVoion.com
Νέα από το Βόϊο
και τη Δ. Μακεδονία

greveniotis.gr
τα Γρεβενά στο διαδύκτιο

SUPER 28
Το κανάλι των Γρεβενών

Τ.R.M.
Τηλεόραση Ράδιο Μακεδονία

ΑΕΤΟΣ ΓΡΕΒΕΝΑ
Blog
των Γρεβενών

STAR FM 93,3
http://www.star-fm.gr


Εκκλησιές Γρεβενών

Κυπαρίσσι Γρεβενών

Μέγαρο Γρεβενών





Δημιουργήθηκε απο τον Πολιτιστικό Σύλλογο Αγίου Κοσμά "Ο ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ"  για την ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς του χωριού μας και την ενημέρωση των απανταχού Αγιοκοσμιτών

  Στην αρχή της Σελίδας
Κατασκευή Site: Μάκης Κουτσονίκος  -  2008 tsiraki.gr