Οι τεχνίτες της πέτρας / the stone craftsmen / die steinernen Handwerker









Αρχική Σελίδα
Τα Νέα του Χωριού
Παλιές Φωτογραφίες
Λαογραφικό Μουσείο
Τα Τραγούδια μας
Άρθρα & Σχόλια
Εκδηλώσεις
Πολιτιστικός Σύλλογος
Αγίου Κοσμά
"Ο ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ"
Σύλλογος Αγιοκοσμιτών
& Φίλων Θεσ/νίκης

Επικοινωνία:
info@tsiraki.gr
                                          


Δραστηριότητες 
του
 Πολιτιστικού Συλλόγου
"Ο ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ"
Τα Τραγούδια μας
Λαογραφικό Μουσείο
Το Γήπεδο
Αποκριάτικα Τραγούδια
Ντοπιολαλιές
Το Χορευτικό μας
Οι Τεχνίτες της πέτρας
Το DVD
Δημοτικά Τραγούδια











Αγιοκοσμίτες Συγγραφείς
Τηλεφωνικός Κατάλογος
Αγίου Κοσμά
Αξιοθέατα του χωριού

















ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ ΓΡΕΒΕΝΩΝ   "Ο ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ"
Έτος Ίδρυσης 1967
Διεύθυνση
:  Άγιος Κοσμάς - 51100 Γρεβενά

Τα Μαστόρια-Οι τεχνίτες της Πέτρας



ΟΙ ΤΕΧΝΙΤΕΣ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ

Σχεδόν όλοι οι άνδρες του χωριού μέχρι το 1960, ασχολούνταν με οικοδομικές δραστηριότητες. Είτε είναι εργολάβοι, είτε οι περισσότεροι  με το μεροκάματο. Σχεδόν όλοι είναι κτίστες. Πήραν την τέχνη αυτή από τους πατεράδες τους που παλιά μ' ένα μουλάρι, ένα ψυχογιό, με το σφυρί και με το ζύγι έφθαναν μέχρι τη Ρούμελη και το Μοριά, κτίζοντας και κάνοντας χρόνια μερικές φορές να επιστρέψουν στο χωριό τους, στα σπίτια τους.
Γι' αυτούς η Ρούμελη και ο Μοριάς ήταν μαύρη ξενιτιά. Όλοι τους έχουν αφήσει πίσω τους τα σημάδια της τέχνης τους, στην αρχή με την πέτρα αλλά και αργότερα με το μπετόν και το τούβλο. Μέχρι και σήμερα ακόμη, υπάρχουν Αγιοκοσμίτες τεχνίτες, που εργάζονται στην οικοδομική τέχνη,  δημιουργώντας έργα τέχνης. Στα δύσκολα χρόνια της Τουρκοκρατίας, η ζωή των κατοίκων του χωριού μας, έγινε πολύ δύσκολη, από τη μια η συμπεριφορά των Τούρκων, οι αβάσταχτοι φόροι, η εκμετάλλευση της περιουσίας τους από τους κατακτητές, και από την άλλη, οι συνεχείς πληθυσμιακές μετακινήσεις, οι επιδρομές των Τουρκαλβανών, τους ανάγκασαν να στραφούν σε άλλες ασχολίες, κυρίως στην οικοδομική τέχνη και άλλες περισσότερο προσοδοφόρες απασχολήσεις, όπως η επεξεργασία της πέτρας, που μπορούσαν να εξασκήσουν μακριά από τα σπίτια τους και τα χωριά τους. Σ αυτό  επάγγελμα της κτιστικής, με το πέρασμα των χρόνων, αναδείχθηκαν από τους  κορυφαίους τεχνίτες της πέτρας,  σπουδαίοι καλφάδες, με ικανότητες  σχεδίασης ακόμη, κατασκευής και άριστοι λαξευτές της πέτρας. Οργανώνονταν παρέες, τις περισσότερες φορές συγγενείς μεταξύ τους,  τα γνωστά μπουλούκια με όλες τις ειδικότητες (χτίστες, ξυλουργοί, σιδεράδες, κλπ), ταξίδευαν στη Θεσσαλία, τη Μακεδονία, τη Στερεά Ελλάδα και αργότερα στα Βαλκάνια αλλά και στην Κωνσταντινούπολη ακόμη, όπως ο Δημήτριος. Μελτσάκος,  ο Χρήστος. Κουτσονίκος, ο Κουμπούρας, ο Χριστόδουλος Τόλιος, Παναγιώτης Κουτσονίκος και άλλοι. Όλες οι εργασίες οποιουδήποτε έργου γίνονταν εξ ολοκλήρου από το μπουλούκι, από την εξόρυξη της πέτρας μέχρι και τη σκεπή. Βασικά υλικά τους ήταν η πέτρα, η λάσπη από νερό, άμμος και ασβέστης. Τα απαραίτητα και χρήσιμα εργαλεία πολλά και ποικίλα: το καλέμι, το σφυρί, το αλφάδι, το τρίγωνο, η αρίδα, το μακόνι, η γωνιά, το τσοκαντήρι, το σκεπάρνι, ο κολαούζος, το ματσακόνι, η τσάπα, το πριόνι και το πηλοφόρι.
Όσο πιο αργά και σταθερά δουλεύανε, τόσο πιο καλοί μαστόροι ήταν. Τραγουδούσαν και σφύριζαν στο πελέκημα για να ξεχνιούνται και να μη βιάζονται γιατί μια άσχημη καλεμιά, ήθελε παραπάνω ώρες δουλειά. Οι τεχνίτες, απολάμβαναν της υπόληψης και του σεβασμού και από τον λαό και από τον Τούρκο κατακτητή. Οι μάστορες, οι Κουδαραίοι όπως τους λέγανε στη συνθηματική τους γλώσσα (από το κούδα που σημαίνει πέτρα), οργανωμένοι σε παρέες, τα περίφημα μπουλούκια, όργωναν όλη την Ελλάδα και έχτιζαν εκκλησιές, σπίτια, καμπαναριά, χάνια και γεφύρια.

ΤΑ ΜΠΟΥΛΟΥΚΙΑ ΤΩΝ ΜΑΣΤΟΡΩΝ

Τα μπουλούκια των μαστόρων, στηρίζονταν λειτουργικά στο εθιμικό δίκαιο, σε άγραφους, αυστηρούς κανόνες: τα μαθητούδια, τα τσιράκια, τους καλφάδες, και τους μάστορες. Στην κορυφή επικεφαλής του μπουλουκιού βρισκόταν ο πρωτομάστορας (κάλφας) ο οποίος έπρεπε να συγκεντρώνει συγκεκριμένες ικανότητες και δεξιότητες. Να είναι ευρηματικός, οργανωτικός, σχεδιαστής με καλλιτεχνικό ένστικτο και δημιουργική εικαστική εκφραστικότητα, να έχει τολμηρή φαντασία, να είναι καπάτσος στην εκτέλεση δύσκολων εργασιών, αλλά και στο παζάρεμα της δουλειάς. Τα έργα του χαράζονταν επί τόπου με μόνο μέτρο τον άνθρωπο και τις ανάγκες του. Ο ίδιος φρόντιζε για την εξεύρεση εργασίας, την πληρωμή των μαστόρων και επιστατούσε γενικά στο μπουλούκι. Εργαζόταν και αυτός συχνά στα θεμέλια της οικοδομής, στις προσόψεις και στις γωνιές που κλείδωναν τα αγκωνάρια. Οι ανειδίκευτοι εργάτες, τα τσιράκια του μπουλουκιού, έφτιαχναν τη λάσπη και κουβαλούσαν με το πηλοφόρι, την ειδική ξύλινη σκάφη. Άλλη εργασία των μαθητευόμενων ήταν να σπάνε και να κουβαλούν με τα ζώα  τις πέτρες, ασβέστη και άμμο, αγκωνάρια ή πρέκια για πόρτες και παράθυρα, και να μαθαίνουν κοντά στους μαστόρους την τέχνη. Οι περισσότεροι τεχνίτες από αυτούς, ήταν τελείως αγράμματοι, χωρίς την παραμικρή μηχανική γνώση. Και όμως ο πρωτομάστορας ήταν ο αρχιτέκτονας του έργου. Χρησιμοποιούσαν το τούβλο και το κεραμίδι στους κάμπους, τις πέτρες και τις πλάκες στα ορεινά και τα πετρώδη ( όπου έχτιζαν ξερολιθιά δίχως λάσπη) και τα άφθονα ξύλα των δασών, για τις ξυλοδεσιές.




ΤΑ ΕΘΙΜΑ ΤΩΝ ΜΑΣΤΟΡΩΝ

Σε κάθε έργο και ιδιαίτερα στην οικοδομή, δύο ήταν οι πιο σημαντικές στιγμές: τα θεμέλια και η στέγη. Στα θεμέλια διαβαζόταν από τον παπά αγιασμός. Στο πρώτο αγκωνάρι χάραζαν έναν σταυρό και κάτω από την πέτρα έβαζαν μεταλλικό νόμισμα. Ακολουθούσαν κεράσματα από το νοικοκύρη και τους συγγενείς του, τα οποία ήταν τυχερά των μαστόρων. Επίσης, έκοβαν έναν κόκορα και με το αίμα ράντιζαν τα θεμέλια. Η πιο συγκινητική στιγμή και για το νοικοκύρη και για τους μαστόρους ήταν όταν το σπίτι έφτανε στη σκεπή. Εδώ υπήρχε μια ολόκληρη τελετή που ονομαζόταν μπαξίσια, τα δώρα του αφεντικού, των συγγενών του και των φίλων του, για το νέο σπίτι. Αυτά ήταν συνήθως υφάσματα, πουκάμισα, πετσέτες, μαντίλια, όλα για τους μαστόρους που τα μοιράζονταν μεταξύ τους.

 

ΤΑ ΚΟΥΔΑΡΙΤΙΚΑ

 
Ένα πολύ ιδιαίτερο στοιχείο των μαστόρων ήταν η μυστική, συνθηματική γλώσσα την οποία έφτιαχναν, χρησιμοποιούσαν μεταξύ τους και μετέδιδαν από γενιά σε γενιά. Η αιτία αυτού του τρόπου επικοινωνίας ανάγεται στην φτώχεια και την ανάγκη των ανθρώπων αυτών να εξασφαλίσουν τα απαραίτητα για την επιβίωση της οικογένειας μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα και κάτω από δύσκολες συνθήκες. Η εργασία τους αποτελούσε το μοναδικό μέσο συντήρησης των οικογενειών τους, συνεπώς η τέχνη τους έπρεπε να προστατευθεί, να παραμείνει ανάμεσα στην ομάδα. Η επαγγελματική γλώσσα δικαιολογεί και την εξειδίκευση ενός ολόκληρου χωριού στο επάγγελμα του μάστορα.

μάνο = ψωμί,
οξιά = νερό,
τσέτσο = κρέας,
μοχός = άνδρας,
μοχούσες = γυναίκες,
αγκίδες = τα κορίτσια
πραχάλα = η εργασία,
κούφιος = το σπίτι,
δικρανάς = ο δάσκαλος, 


Θα μας πραχαλίσ' η αγγίδα  ζούμπινα
= θα μας φτιάξει η κοπέλα πίτα

Η ανάγκη λοιπόν των μαστόρων να επικοινωνούν μυστικά μεταξύ τους, δίχως να επιτρέπουν σε κάποιον έξω από το συνάφι να διεισδύσει στα μυστικά της δουλειάς τους οδήγησε στη δημιουργία συντεχνιακών διαλέκτων.




Μεγάλοι καλφάδες και πελεκάνοι Τσιρακιώτες

Οι σημαντικότεροι τεχνίτες και λαξευτές της πέτρας από το χωριό μας, από το 1840-1940 και τα έργα τους που σώζονται μέχρι σήμερα ήταν οι:

Γεώργιος Μεσίκας. Στον Νομό Κοζάνης, έχτισε το διδακτήριο και το ισόγειο του νέου οικοτροφείου Τσοτυλίου. Έχτισε τα δημοτικά σχολεία  της Απιδέας Βοίου, του Τρανόβαλτου και Μικρόβαλτου Σερβίων, τα προπύλαια των διδακτηρίων της Χρυσαυγής Βοίου. Στο Νομό Γρεβενών, έχτισε τις εκκλησίες των Κυδωνιών, της Αβδέλλας, και της Κυρακαλής, τα σχολεία του Περιβολίου, του Μεσολάκου, του Κοσματίου, της Αβδέλλας, του Παλαιοχωρίου και των Πριονίων.

Χριστόδουλος Τόλιος. Κατασκεύασε τη λαξευτή σκάλα του ανεβαίνει στη μονή της Μεταμόρφωσης των Μετεώρων. Με τη χρήση κρεμαστής σκάλας στο ίδιο μοναστήρι, αναστήλωσε και ανακαίνισε πολλά από τα κτίριά του. Επίσης αρμολόγησε την εξωτερική επιφάνεια του πύργου, ύψους είκοσι πέντε μέτρων. Στο υπέρθυρο της εισόδου του μοναστηριού υπάρχει μπρούτζινη επιγραφή με το όνομά του.

Στέργιος Λάζος. Κατασκεύασε τη γέφυρα Μοναχιτίου.

Πέτρος Λάζος. Έστησε το γεφύρι στη Βουχωρίνα Βοίου.

Απόστολος Τόλιος. Κατασκεύασε την εκκλησία του Αγίου Νικάνορα
στη Ζάβορδα και το κωδωνοστάσιο στην εκκλησία του Προσβόρου.

Γρηγόριος Σιώμος.  Έργο του είναι η τοξωτή γέφυρα προς το Πρόσβορο.

Δημήτριος Μελτσάκος. Ο παλαιότερος όλων των μαστόρων,
που εργάσθηκε στην Κων/πολη, μαζί και με άλλους χωριανούς.



ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΑΖΟΣ (ΒΡΑΓΚΑΣ)
(1867-1933)
(Το παρατσούκλι το επώνυμο του, αλλά και των απογόνων του)


Στη φωτογραφία ο Γεώργιος Λάζος (Βράγκας) ο οποίος έπαιζε και βιολί. Η φωτογραφία είναι απο το πανηγύρι του χωριού μας στα 1927

Ο Γεώργιος Λάζος  (Βράγκας) γεννήθηκε στον Άγιο Κοσμά Γρεβενών στα 1867. Το παρατσούκλι Βράγκας του το κόλλησε ο συνομήλικος του Παναγιώτης Τόλιος. Όπως ξέρουμε, στα χωριά μας δεν είναι δύσκολο να σου δώσουν κάποιο παρατσούκλι. Καθώς έβοσκαν τα πρόβατα ο Παναγιώτης και ο Γεώργιος, για να περάσουν την ώρα τους, πετούσαν μικρές πέτρες και διασκέδαζαν με το θόρυβο που έκαναν αυτές από βράχο σε βράχο μέχρι να καταλήξουν στο βάθος του φαραγγιού.
Ο Γεώργιος Λάζος υπερηφανευόταν ότι τα δικά του λιθάρια βραγκάλιζαν πιο πολύ απ όλους. Αυτό έφτανε για να του κολλήσει ο Παναγιώτης Τόλιος το παρατσούκλι βράγκας. Έτσι του έμεινε το παρατσούκλι και όλοι μ αυτό τον φώναζαν, με αποτέλεσμα να μένει Βράγκας. Σε ελάχιστους είναι γνωστός με το πραγματικό του όνομα Γεώργιος Λάζος. Το παρατσούκλι έγινε επίθετο, που κληρονόμησαν και οι απόγονοί του, μέχρι σήμερα. Γράμματα δεν γνώριζε, δεν πήγε σχολείο. Μόνος του κατάφερε να μάθει κάποια στοιχειώδη ανάγνωση, γραφή και να εκτελεί απλές αριθμητικές πράζεις. Ακολούθησε τους συγχωριανούς του μαστόρους από τα δεκατρία του χρόνια μαθητευόμενος και στη συνέχεια έγινε χτίστης και μετά πελεκάνος. Αργότερα δημιούργησε τη δική του παρέα και εργάσθηκε στα Τρίκαλα Θεσσαλίας, στη Βοιωτία και στο Άγιο Όρος. Τα περισσότερα χρόνια της ζωής του όμως τα πέρασε εργαζόμενος στις περιοχές των Γρεβενών και του Βοίου. Μικρόσωμος, λιπόσαρκος, χέρια μικρά, μύτη γαμψή, ηλιοκαμένη φαλάκρα, καγκελωτό προς τα κάτω μουστάκι με γουρνοτσάρουχα και τα φαρδιά της εποχής ρούχα, δεν του είχε κανείς εμπιστοσύνη για την μαστοριά του εκ πρώτης όψεως, αλλά μιλούσε και έπραττε με την ψυχή και τη φαντασία του, αφήνοντας όλους άφωνους με το αποτέλεσμα. Είναι αξιοπρόσεκτο πως όλα του τα γλυπτά, έχουν σαν βάση λιοντάρια. Ίσως η ασυνείδητη έκφραση και εξωτερίκευση του δυναμισμού που έκρυβε μέσα του ο καχεκτικός αυτός καλλιτέχνης. Έζησε φτωχός και πέθανε φτωχός τον Ιανουάριο του 1933 σε ηλικία 66 χρονών, αφού δούλευε μόνο για τον επιούσιο και μάλλον για την αγάπη που είχε στη αξεπέραστη τέχνη του.

Τα έργα του κάλφα Γεωργίου Βράγκα που καταγράψαμε:

Ιεροί Ναοί: Ο Ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου Λούβρης Τσοτυλίου,  ο Ευαγγελισμού της Θεοτόκου,  στο χωριό Ευαγγελισμός Ελασσόνας,  Εισοδίων της Θεοτόκου και Αγίου Αθανασίου Ελάτου, η Κοίμηση της Θεοτόκου των Πυλωρών, του Ναού Αγίου Δημητρίου Κορυφής, Κοίμηση της Θεοτόκου Τρικόρφου, τα πελεκητά μέρη μέχρι τη βάση του ναού Ευαγγελιστρίας Γρεβενών. Όλοι οι ναοί είναι τρίκλητες βασιλικές, με πέτρα πελεκητή και προεξέχοντα μεγάλα αγκωνάρια, με σκεπή σαμαρωτή χωρίς τρούλο (εξαίρεση ο Ναός της Ευαγγελίστριας Ελασσόνας που έχει τρούλο), με παραστάσεις και υπέρθυρα στις εισόδους που είναι μονοκόμματα και διακοσμημένα.

Μονοκόμματα λίθινα εικονοστάσια: Το εικονοστάσι του Αγίου Γεωργίου Κυπαρισσίου Γρεβενών, της Κοίμησης της Θεοτόκου Χρυσαυγής Βοίου, του Αγίου Ιωάννη Αγίου Κοσμά Γρεβενών, και τα τρία εικονοστάσια έχουν στη βάση ολόσωμα λιοντάρια.

Λιθανάγλυφα υπέρθυρα: Το σκαλιστό υπέρθυρο στα Εισόδια της Θεοτόκου, στο χωριό Εκκλησίες, η εικόνα της  Παναγίας της Βρεφοκρατούσας στον Ιερό Ναό της Παναγίας στο Τρίκορφο Γρεβενών, η φυτική κόσμηση, ο Σταυρός και την επιγραφή στον Ιερό Ναό της Λούβρης Τσοτιλίου, η εικόνα του Αρχάγγελου Γαβριήλ στην είσοδο του κοιμητηρίου της Χρυσαυγής Βοίου.

Μονοκόμματα λίθινα μανουάλια: Στον ναό του Αγίου Δημητρίου Κορυφής Βοίου και του Αγίου Αθανασίου Αγίου Κοσμά Γρεβενών.

Κωδωνοστάσια:
Στο Ναό Αγίου Νικολάου Δασυλλίου Γρεβενών, της Αγίας Παρασκευής Ροδοχωρίου Κοζάνης και Αγίου Γεωργίου Κυπαρισσίου Γρεβενών.

Δημοτικά σχολεία: Τρικώμου, Σπηλαίου, Οροπεδίου, Συδένδρου,  Κηπουριού  και τα προπύλαια του σχολείου Κορυφής Κοζάνης.  

Πέτρινα τοξωτά γεφύρια: Αγίου Κοσμά-Κυπαρισσίου (Παπατάκη)
και Μόρφης-Χρυσαυγής (Βοίου).  

Έκανε επίσης, εντοιχισμένες παραστάσεις σε σπίτια, εξωτερικές και εσωτερικές. Τον τάφο και την προτομή του άτυχου νέου Βασίλη Γκισάκη στη θέση Καστελάνος (σύνορα Καλλονής-Κυπαρισσίου-Προσβόρου και Μεγάρου).

Τις κολώνες της βρύσης στην πλατεία των Κυδωνιών Γρεβενών, καθώς τζάκια και τζακόπετρες σε πολλά σπίτια της περιοχής μας.



(Ακολουθεί άρθρο από τον διαδικτυακό χώρο www.tovoion.com)


Οι Μάστορες και η συντεχνιακή συνθηματική γλώσσα τους: Τα Κουδαρίτικα
 

Στη συνθηματική γλώσσα των κουδαραίων αγκίδα είναι η νεαρή, ωραία γυναίκα (πιθανόν επειδή αγγίζει και τρυπάει τις αντρικές καρδιές η ομορφιά της). Κουδαραίοι ονομάζονταν (από τους ίδιους) οι κτίστες και οι τεχνίτες της πέτρας από τα ορεινά της Δυτικής Μακεδονίας και της Ηπείρου-αυτοί που με τις κομπανίες τους έφταναν ως τα πιο μακρινά μέρη της Ελλάδας κι έχτιζαν σπίτια, σχολεία και εκκλησίες στα πέρατα της Βαλκανικής.

Τα Κουδαρίτικα (κούδα=πέτρα)
είναι η συνθηματική γλώσσα των κουδαραίων δηλαδή των κτιστών και των Μαστόρων της πέτρας, τόσο στον Πεντάλοφο Βοΐου και γενικά στην περιοχή του Βοΐου , αλλά και στα άλλα Μαστοροχώρια της Ηπείρου. Κουδαρίτικα με διαφορές απαντώνται και στα Μαστοροχώρια της Κόνιτσας. Συναντώνται επίσης στους κτίστες των Τζουμέρκων καθώς και στην Μακεδονία και στην Θράκη.
Μετά τις απόκρεω της Μεγ. Τεσσαρακοστής οι μαστόροι της Ηπείρου και των άλλων περιοχών έφευγαν από τα χωριά τους για να βρουν εργασίας, ως επί το πλείστον κατά μπουλούκια, ή παρέες. Στον ανταγωνισμό τους με την κοινωνία, την εξουσία και το αφεντικό επινόησαν τη συνθηματική γλώσσα, σα μέσο αμυντικό συγχρόνως και επιθετικό. Η ανάγκη ενός γλωσσικού οργάνου για τις ιδιαίτερες συνεννοήσεις τους και για τη λήψη αποφάσεων από κοινού για θέματα που τους αφορούσαν, αλλά και σε κάποιες περιπτώσεις οι δέουσες συμβουλές και υποδείξεις του πρωτομάστορα προς αυτούς που παρέβαιναν τους κανόνες της κτιστικής, για διόρθωση κάποιου τεχνικού σφάλματος, παράλειψης ή κακοτεχνίας, που για ευνόητους λόγους δεν έπρεπε να λάβει γνώση ο ιδιοκτήτης ή η απόκρυψη επαγγελματικών μυστικών, αλλά και τα κοινά συμφέροντα, οι κοινοί μόχθοι και τα κοινά βάσανα διαμόρφωσαν τις προϋποθέσεις και το κλίμα μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε ο μυστικός κώδικας επικοινωνίας, τα κουδαρίτικα ή μαστορικά. Κούδα στην επαγγελματική γλώσσα των πλανόδιων χτιστών είναι η πέτρα και κούδαρης ο άνθρωπος της πέτρας, ο μάστορας, ο χτίστης.

Τη γλώσσα αυτή χρησιμοποιούσαν οι μάστορες για να  να συνεννοούνται μεταξύ τους και να μην τους καταλαβαίνουν οι εκάστοτε εργοδότες και για  να κρατούν στα κλειστά όρια της κοινωνίας τους την τέχνη τους. Τα κουδαρίτικα  εκτός από τις αναγκαίες λέξεις περιέχουν και αρκετές  τις οποίες χρησιμοποιούσαν για σάτιρα. Οι συνθηματικές γλώσσες ήταν γνωστές και στην αρχαιότητα ανάμεσα στους μύστες των Ελευσίνιων μυστηρίων, στους Ορφικούς και στους Πυθαγόρειους φιλοσόφους. Στην επανάσταση του 1821 και η Φιλική Εταιρεία χρησιμοποίησε συνθηματική γλώσσα.
Επίσης οι γλώσσες αυτές γίνονται εργαλεία επικοινωνίας από μέλη διαφόρων
συντεχνιών και επαγγελματικών τάξεων (αρτοποιών, ραπτών, καλαντζήδων κ.λπ.) φαίνεται δε ότι αναπτύχθηκαν κατά την Τουρκοκρατία και κοιτίδα είχαν κατά το πλείστον την Ήπειρο. Γνωστοί εξάλλου είναι οι εμπειρικοί
γιατροί του Ζαγορίου, οι Κομπογιαννίτες, που χρησιμοποιούσαν συνθηματική γλώσσα. Πρέπει να αναφέρουμε εδώ ότι το αφεντικό τις περισσότερες φορές παρευρισκόταν στο χώρο της δουλειάς και αυτό έκανε επιτακτική την ανάγκη χρησιμοποίησης συνθηματικής γλώσσας. Ο σφέλς σταμεύει όλ τη ντένα στη ράπου, δεν ξισέριτ, γυαλίζει τους κουδαραίους, αν φοραδίζουν όρματ πραχάλα, δηλαδή: το αφεντικό κάθεται όλη την ημέρα στη δουλειά, δε φεύγει, βλέπει τους μαστόρους αν κάνουν καλή δουλειά.

Συνέβαινε όμως κάποιες φορές το αφεντικό να γνωρίζει τα μαστορικά κι αν λέγανε κακό λόγο γι  αυτόν ή για την οικογένειά του κινδύνευαν να χάσουν τη δουλειά και τα χρήματα. Χαρακτηριστικά ήταν των μαστόρων τα πειράγματα, η ευφυολογία, η χονδρή σάτιρα και η σκωπτική διάθεση στα οποία υπήρξαν αμίμητοι. Ακόμη μιλούσαν για τα κορίτσια (αγκίδες) του χωριού ή και για τους συγγενείς (ανταμησάδια) του αφεντικού.
Φουράει όρματ η αγκίδα λέγαν και εννοούσαν: είναι όμορφη η κοπέλα και για κάποια άσχημη, αλλά πλούσια:
Τα κράνια ορματέβουν την αόρματ αγκίδα, δηλαδή: τα χρήματα ομορφαίνουν την άσχημη κοπέλα ή Η μπαρέσιου δεν ξέσυρε μάνεμα για κουντό όταν η κυρά δεν έφερνε φαγητό για κολατσιό. Δεν μπορούσαν βέβαια να κρύψουν και τις πονηρές σκέψεις για τα ωραία κορίτσια: Φορούσε όρματ γκουζβίτσες η αγκίδα που σήμαινε ότι η κοπέλα είχε προκλητικά στήθη, έλεγε ο ένας και συμπλήρωνε ο άλλος: Μπέτζιο που φορούσε, δηλαδή ότι είχε καλίγραμμα οπίσθια, και ο πιο χωρατατζής πρόσθετε: Να μανέψουν σαράντα κουρούτοι, να φάνε σαράντα Βλάχοι.

Στο σύνολό τους οι συνθηματικές γλώσσες είναι ένα περιορισμένο σύνολο λέξεων, που συναποτελούν μια συμβατική φρασεολογία με τοπικές παραλλαγές και με το συνοπτικό τηλεγραφικό τους ύφος δυναμώνει ο συνθηματικός τους χαρακτήρας. Έτσι και τα κουδαρίτικα είναι μια γλώσσα με φτωχό λεξιλόγιο, με λέξεις που στο σύνολό τους δεν ξεπερνούν τις 500 και που αναφέρονται κυρίως στις έννοιες του χρήματος, της τροφής, στις σχέσεις μαστόρων-ιδιοκτήτη, στα οικοδομικά υλικά που χρησιμοποιούν καθημερινά καθώς και στη γυναίκα και στις σεξουαλικές σχέσεις. Ήταν όμως υπεραρκετές για να συνθέσουν φράσεις χρήσιμες για τη δουλειά τους, χωρίς να γίνονται αντιληπτοί από τα αφεντικά τους έστω και αν παρίστανται στην ομιλία. Οι κτίστες έγιναν γλωσσοπλάστες. Βρήκαν λέξεις, κυρίως ουσιαστικά και λιγότερα ρήματα που μένουν στάσιμα σε πλήθος, πλουταίνουν όμως σε νοήματα και έτσι ένα ρήμα το μεταχειρίζονται για να εκφράσουν πολλές έννοιες. Επίθετα χρησιμοποιούν ακόμη λιγότερα, με βασικό το όρματος, εκφράζοντας έτσι όλα τα επίθετα εκείνα που έχουν την έννοια του καλού. Σε καθεμιά απ αυτές τις λέξεις έδωσαν την προσήκουσα έννοια, χρωματίζοντάς την με διαφορετική σημασία απ αυτή του λεξιλογίου, δηλαδή συνθηματική, που εννοούσε άλλα απ αυτά που προφέρονταν. Οι λέξεις περνούν από στόμα σε στόμα και ξεκαθαρίζουν. Θα γίνουν κοινό κτήμα μόνο εκείνες που θα αστράψουν από δύναμη για να βαστάξουν γερά κρυμμένη την έννοια που θέλουν. Έτσι έχουμε δημιουργία λέξεων με μεταφορά. Παίρνουν μια λέξη από την καθομιλουμένη που της δίνουν όμως άλλη σημασία, που έχει κάποια ομοιότητα και αναλογία μακρινή με την κύρια σημασία ή εκφράζει κάποια ιδιότητα της αρχικής λέξης π.χ. η λέξη αγουγιάτες είναι τα πόδια, γιατί μεταφέρουν το σώμα, το βούτυρο το λένε απαλούδ, γιατί είναι απαλό στην αφή, η νύχτα εκφέρεται ως καλόηρους, γιατί είναι μαύρη σαν τα ράσα του καλόγηρου, το κεφάλι το αποκαλούν κουρφιάρς, γιατί βρίσκεται στην κορυφή του σώματος κ.λπ. Ακόμη εντάσσονται λέξεις στο λεξιλόγιο των μαστόρων σα δάνεια από άλλες συνθηματικές γλώσσες. Κάποια στιγμή ίσως, που άκουσαν τα μέλη μιας άλλης συντεχνίας να χρησιμοποιούν κάποια λέξη που δεν περιεχόταν στα κουδαρίτικα, τη δανείστηκαν και την ενσωμάτωσαν στο δικό τους εκφραστικό μέσο, π.χ. ο μπαρός δηλ. ο αφέντης, ο νοικοκύρης πιθανόν να προήλθε από το τσιγγάνικο baro = μεγάλος. Επίσης παρατηρούμε αυθαίρετη γλωσσοπλασία με άγνωστη ετυμολογική ρίζα, π.χ. σφέλς = νοικοκύρης κ.ά. ή νεολογισμούς, π.χ. αγκίδα = κοπέλα ή ακόμη και δανεισμό λέξεων από άλλα κράτη της Βαλκανικής, π.χ. βόντα = νερό, ζένα = γυναίκα, κόσβας = παπάς κ.λπ. Σε κάποιες άλλες περιπτώσεις έχουμε αντικατάσταση αρκετών λέξεων που από την πολλή χρήση τρίβονται, ξεθυμαίνουν και χάνουν τη συνθηματικότητά τους, με κάποιες άλλες καινούργιες και φωτεινές. Στα κουδαρίτικα βέβαια βρίσκονται σε χρήση και λέξεις της κοινής λαλιάς, με την πραγματική τους σημασία, κυρίως άρθρα, επιρρήματα και αριθμητικά. Όσον αφορά στη γραμματική και στο συντακτικό, η γλώσσα των μαστόρων υπακούει γενικά στους νόμους της γλώσσας που χρησιμοποιείται στην περιοχή. Σχετικά με το φθογγολογικό παρατηρούμε την αποβολή άτονων καταλήξεων π.χ. κούδαρ(η)ς, αβδάλ(ι), μανέψ(ει), την αποβολή των ενδιάμεσων άτονων φωνηέντων, π.χ. κουδαρίτ(ι)κα, καρόφ(υ)λλου και συχνή τροπή του άτονου ε και αι σε ι, π.χ. αγουγιάτις, ξισέρνιτι κ.λπ. Σήμερα τα οργανωμένα μπουλούκια των μαστόρων έχουν εξαφανιστεί και τα κουδαρίτικα βρίσκονται σε αχρηστία, αφού οι λόγοι και οι συνθήκες που τα επέβαλαν σαν ανάγκη δεν υπάρχουν πια.

Στη συνέχεια παραθέτουμε ενδεικτικά ελάχιστο δειγματολόγιο από τον κρυπτογραφικό κώδικα των μαστόρων:

Λέξεις 

αβδάλ, το = το τυρί
αράζου = δίνω
ασπρούδ, το = το γάλα
βαλαζόν, το = το πρόβατο
βλαστάρ, το = ο αδελφός
γκαβιάζου = κτυπώ
γκουλιάτς, ο = ο χωροφύλακας
θόδου, η = η ρακή
κάλου, η = η ασβέστη
καντζιουμέν, η = η έγκυος
καρόφλλου, το = το τσιγάρο
καψάλα, η = η φυγή
κλωνάρια, τα = τα χέρια
κούφιου, το = το σπίτι
κράνια, τα = τα χρήματα

λαγός, ο = το παιδί
μάνο, το = το ψωμί
μακρινίτσα, η = δρόμος
μαλέτσκους, ο = ο μικρός
μπαζμάδ, το = το γαϊδούρι
ντάρους, ο = ο γάμος
ξισέρουμι = έρχομαι, πηγαίνω, φεύγω
ράικους, ο = ο ήλιος
σαλούτου, η  = η δραχμή
στήσους, ο = ο τοίχος
στουρνάρια, τα = τα αυγά
τσλίζου = ομιλώ, γνωρίζω
φουράου = έχω, είμαι


Φράσεις 

Τσλίζεις τα κουδαρίτκα;

-Τα τσλίζου

Ξέρεις τα μαστορικά;

-Τα ξέρω

-Φουράν ράπου οι κουδαραίοι στου σέλου σ;

-Φουράν λίγ στ μακρινίτσα, οι άλλ σταμεύν.

-Έχουν εργασία οι μαστόροι στο χωριό σου;

-Έχουν λίγη στο δρόμο, οι άλλοι κάθονται.

-Τι ντινιάτκου φουράτι;

-Ουγδοήντα σαλούτις τ ντένα.
 

-Τι ημερομίσθιο παίρνετε;

-Ογδόντα δραχμές την ημέρα.

-Τι μανεύιτι;

-Μανεύουμι μανό, μίχου, κούκκς, νιρουπούλια κι τς πιρσότιρις ντένις πρασνάδια κι φουσκοκοίλια.

-Τι τρώτε;

-Τρώμε ψωμί, κρέας, κουκιά, ψάρια και τις περισσότερες μέρες λάχανα και φασόλια.

-Φουράτι όρματου μπαρό;

-Φουράμι πουλύ όρματον κι γι αυτό τ πραβίζουμι όρματον στήσου.

-Έχετε καλό αφεντικό;

-Έχουμε πολύ καλό και γι αυτό του φτιάχνουμε καλόν τοίχο.

-Πότε θα καψαλίσουμι για του σέλου;

-Πότε θα φύγουμε για το χωριό;

Άμα σταμέψουμι, θα καψαλίσουμι δίχους άλλου, γιατί τώρα η ντένα μίκρινι κι όλου ταμπακίζ.

-Άμα τελειώσουμε, θα φύγουμε δίχως άλλο, γιατί τώρα μικραίνει η ημέρα και όλο βρέχει.

-Θα ξισυρθώ στου σέλου να πραβίσου τα μαυρούδια μ.

-Θα πάω στο χωριό να φτιάξω τα χωράφια μου.

 
Βιβλιογραφία

Οικονομίδης Δημ., Τα κουδαρίτικατου Πετροβουνίου, περ. ΑΘΗΝΑ, τ. 64, (1960), σσ. 169-180. 

Ρέμπελης Χαρ., Κονιτσιώτικα, Αθήνα 1953, σσ. 350-356.

Σάρρος Δημ., Περί των συνθηματικοί γλωσσών, Λαογραφία, (1923), σσ. 530-534.

Σούλης Χρ.. Τα κουδαρίτικα των Χουλιαροχωρίων της Ηπείρου, Ηπειρώτικα Χρονικά, τ. 5 (1930), σσ. 161-168.

Πηγή: 

Συγγραφέας:
Γιάννης Καραμπούλας. Δημοσιεύτηκε στην τρίμηνη πολιτιστική έκδοση Χάος
και Όψη, Ιούλιος, Αύγουστος, Σεπτέμβριος 1995, τεύχος 9, του Συλλόγου
Κυψελιωτών Άρτας (στην Αθήνα), Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός. Eνα ακόμα άρθρο που βρήκαμε σήμερα και κάνει αναφορά στην γλώσσα των μαστόρων. Οι μυστικές γλώσσες τα κουδαρίτικα.

 



Πέτρινα σπίτια στο χωριό μας που σώζονται μέχρι σήμερα


ΦΩΤΗΣ ΤΖΗΚΟΣ                                                              ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΛΑΖΟΣ


ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΠΑΖΑΚΑΣ                                                              ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΟΥΤΣΟΝΙΚΟΣ


ΙΩΑΝΝΗΣ ΛΙΟΝΤΑΣ                                                              ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΠΑΖΑΚΑΣ


ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ                                                ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ


ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΠΑΖΑΚΑΣ                                                             ΚΩΝ/ΝΟΣ ΣΒΟΛΙΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ


















Διήμερη εκδρομή
προσκύνημα στον τόπο
καταγωγής του Αγίου Κοσμά
του Αιτωλού στο Θέρμο
Αιτωλοακαρνανίας
16 & 17 /9/ 2009












Χρήσιμα Links

ΔΗΜΟΣ ΓΡΕΒΕΝΩΝ

Περιφερειακή Ενότητα
Γρεβενών

ToVoion.com
Νέα από το Βόϊο
και τη Δ. Μακεδονία

greveniotis.gr
τα Γρεβενά στο διαδύκτιο

SUPER 28
Το κανάλι των Γρεβενών

Τ.R.M.
Τηλεόραση Ράδιο Μακεδονία

ΑΕΤΟΣ ΓΡΕΒΕΝΑ
Blog
των Γρεβενών

STAR FM 93,3
http://www.star-fm.gr


Εκκλησιές Γρεβενών

Κυπαρίσσι Γρεβενών

Μέγαρο Γρεβενών





Δημιουργήθηκε απο τον Πολιτιστικό Σύλλογο Αγίου Κοσμά "Ο ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ"  για την ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς του χωριού μας και την ενημέρωση των απανταχού Αγιοκοσμιτών

  Στην αρχή της Σελίδας
Κατασκευή Site: Μάκης Κουτσονίκος  -  2008 tsiraki.gr